Menu

Γονιμότητα

 

Διερεύνηση Γονιμότητας – Υπογονιμότητας

Η ανθρώπινη αναπαραγωγή είναι αποτέλεσμα της ένωσης του σπερματοζωαρίου με το ωάριο. Τα ωάρια παράγονται από τις ωοθήκες και τα σπερματοζωάρια από τους όρχεις. Από την ένωση τους θα προκύψει το έμβρυο που θα αναπτυχθεί στη μήτρα για να γεννηθεί το παιδί.

Τα προβλήματα στην γονιμότητα εμφανίζονται συχνά και είναι διαχρονικά. Η υπογονιμότητα του ζευγαριού μπορεί να οφείλεται στη γυναίκα ή στον άνδρα, ή να έχει μικτή αιτιολογία. Υπογονιμότητα ονομάζεται η αποτυχία σύλληψης μετά από 12 μήνες σεξουαλικών επαφών χωρίς προφύλαξη και χωρίς χρήση αντισυλληπτικών μέσων.

Πριν την έναρξη οποιασδήποτε διάγνωσης και θεραπείας της υπογονιμότητας, θα πρέπει να απαντηθεί ένα βασικό ερώτημα: υπήρξε επαρκής συχνότητα σεξουαλικών επαφών ώστε, παρά την ικανή έκθεση στην πιθανότητα σύλληψης, να μην υπάρχει εγκυμοσύνη; Είναι επιβεβλημένο το υπογόνιμο ζευγάρι να μελετάται ως μονάδα. Στην πρώτη συνέντευξη είναι αναγκαίο να παρευρίσκονται και οι δύο σύντροφοι, σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. Λαμβάνεται οικογενειακό και ατομικό ιστορικό προκειμένου να αποτελέσει το υλικό αξιολόγησης για τις περαιτέρω εξετάσεις και ενέργειες.

Οι σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις και η εξατομικευμένη εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αρχές του evidence based medicine, εγγυώνται στα υπογόνιμα ζευγάρια, ότι αφενός μεν ακολουθήθηκε ο βέλτιστος τρόπος θεραπείας, αφετέρου δε υψηλά ποσοστά επιτυχίας που στην μονάδα μας αγγίζουν το 88%.

Η ανθρώπινη αναπαραγωγή είναι αποτέλεσμα της ένωσης του σπερματοζωαρίου με το ωάριο. Τα ωάρια παράγονται από τις ωοθήκες και τα σπερματοζωάρια από τους όρχεις. Από την ένωση τους θα προκύψει το έμβρυο που θα αναπτυχθεί στη μήτρα για να γεννηθεί το παιδί.Εάν υπάρξει σεξουαλική επαφή τις γόνιμες ημέρες, το σπέρμα εναποτίθεται στον κόλπο.Τα σπερματοζωάρια ξεκινούν τη διαδρομή τους από το έξω τραχηλικό στόμιο, που αποτελεί την πύλη του έσω γεννητικού συστήματος της γυναίκας, ανοικτή κατά τις λίγες γόνιμες ημέρες, και πορεύονται δια μέσου του αυλού του τραχήλου και της κοιλότητας της μήτρας προς τις σάλπιγγες. Η σάλπιγγα παραλαμβάνει με τη βοήθεια των κροσσών, του ακραίου τμήματός της, το ωάριο το οποίο πρόσφατα απελευθερώθηκε με την ωοθυλακιορρηξία. Στη σάλπιγγα θα γίνει η γονιμοποίηση του ωαρίου από ένα μόνο σπερματοζωάριο. Το γονιμοποιημένο ωάριο (ζυγώτης) παραμένει στη σάλπιγγα για τις επόμενες 5-6 ημέρες όπου και διαιρείται σε 2,4,8,16 κ.ο.κ. κύτταρα, καθώς η σάλπιγγα το καθοδηγεί προς την κοιλότητα της μήτρας. Στη συνέχεια, με τη μορφή της βλαστοκύστης (που απαρτίζεται από 60-120 περίπου κύτταρα) το έμβρυο μεταναστεύει στην κοιλότητα της μήτρας, εμφυτεύεται στο ενδομήτριο («σύλληψη») και συνεχίζει την ανάπτυξή του.

Μετά τη σύλληψη

Εάν υπάρξει σύλληψη, το έμβρυο αρχίζει να δημιουργεί τον πλακούντα του στο σημείο της εμφύτευσής του. Ο πλακούντας εκκρίνει ορμόνες, οι οποίες σταθεροποιούν το ενδομήτριο και αποτρέπουν την εκφύλισή του. Η έμμηνος ρύση (περίοδος) δεν έρχεται και το έμβρυο συνεχίζει κανονικά την ανάπτυξή του, πράγμα που η γυναίκα αντιλαμβάνεται με την καθυστέρηση της εμμήνου ρύσεως. Αντιθέτως, εάν κάποιο από τα προηγούμενα στάδια δεν λειτουργήσει (και μάλιστα στην κατάλληλη χρονική στιγμή), δεν εγκαθίσταται εγκυμοσύνη: η ωχρινική φάση του κύκλου τελειώνει με την εκφύλιση των κυττάρων του ενδομητρίου (απόπτωση), περίπου 14 ημέρες μετά την ωοθυλακιορρηξία. Το ενδομήτριο εκφυλίζεται και αποπίπτει μαζί με αίμα. Το αίμα παροχετεύεται δια μέσου του τραχήλου προς το εξωτερικό του σώματος, οπότε γίνεται αντιληπτή από τη γυναίκα η έμμηνος ρύση (περίοδος).

Σχηματική παράσταση του ωοθηκικού κύκλου, της γονιμοποίησης του ωαρίου στη σάλπιγγα, της διαίρεσης του εμβρύου και της διαδρομής του προς την κοιλότητα της μήτρας.
Σχηματική παράσταση του ωοθηκικού κύκλου, της γονιμοποίησης του ωαρίου στη σάλπιγγα, της διαίρεσης του εμβρύου και της διαδρομής του προς την κοιλότητα της μήτρας.
 
 
Δείτε επίσης: 

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ταυτόχρονα, προκειμένου να επιτευχθεί φυσιολογική σύλληψη, είναι:

  • Να υπάρχει σεξουαλική επαφή τις γόνιμες ημέρες.
  • Τα σπερματοζωάρια να έχουν ικανό αριθμό, κινητικότητα και ζωτικότητα.
  • Η δίοδος των σπερματοζωαρίων από τον κόλπο μέχρι τις σάλπιγγες (ωαγωγούς) να είναι ευχερής, με φιλικό κυρίως το περιβάλλον της τραχηλικής βλέννας.
  • Να γίνεται φυσιολογική ωρίμανση του ωαρίου.
  • Να γίνεται φυσιολογική ωοθυλακιορρηξία.
  • Τα άκρα των σαλπίγγων να είναι επαρκώς κινητά ώστε να παραλάβουν το ωάριο.
  • Οι σάλπιγγες να είναι ανοικτές (διαβατές), ώστε τα σπερματοζωάρια να μπορούν να φθάσουν έως το ωάριο και το έμβρυο να μπορεί να φθάσει στην κοιλότητα της μήτρας.
  • Το ενδομήτριο να είναι αρκετά καλά προετοιμασμένο ώστε να υποδεχθεί το έμβρυο.
  • Το έμβρυο να έχει την ικανότητα να επιτελέσει τις πρώτες διαιρέσεις, να σχηματίσει βλαστοκύστη η οποία πρέπει να εκκολαφθεί από το περίβλημά της (τη διαφανή ζώνη) για να εμφυτευθεί.

Πριν την έναρξη οποιασδήποτε μελέτης και θεραπείας της υπογονιμότητας, θα πρέπει να απαντηθεί ένα βασικό ερώτημα: υπήρξε επαρκής συχνότητα σεξουαλικών επαφών ώστε, παρά την ικανή έκθεση στην πιθανότητα σύλληψης, να μην υπάρχει εγκυμοσύνη;

Αν η απάντηση είναι ναι και δεν έχει επιτευχθεί σύλληψη σε διάστημα ενός έτους είναι απαραίτητη η διερεύνηση των αιτίων υπογονιμότητας με σκοπό την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Ο μελετητής Te Velde, για να αναδείξει τη μεγάλη σημασία που έχει η χρονική διάρκεια των ελεύθερων σεξουαλικών επαφών χωρίς προγραμματισμό τις γόνιμες ημέρες, αλλά και χωρίς προφυλακτικά αντισυλληπτικά μέτρα ανέπτυξε ένα υποθετικό μαθηματικό μοντέλο αθροιστικών ποσοστών αυτόματης σύλληψης.

Για την ανάπτυξη του μοντέλου του, ο Te Velde στηρίχθηκε στις εργασίες των Leridon, Spira (1984) και Jansen (1993): χώρισε τα ζευγάρια σε πέντε υποθετικές κατηγορίες διαφορετικού Μηνιαίου Ποσοστού Γονιμότητας – ΜΠΓ (0-60%) και υπολόγισε τα αθροιστικά ποσοστά σύλληψης για διάστημα 6 μηνών έως 5 ετών. Τα αποτελέσματά του συνοψίζονται στον Πίνακα.

Πίνακας. Υποθετικό μαθηματικό μοντέλο αθροιστικών ποσοστών εγκυμοσύνης του Τe Velde

Κατηγορία ΜΠΓ* ΑΘΡΟΙΣΤΙΚΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΚΓΥΜΟΣΥΝΗΣ
  6 μήνες 12 μήνες 24 μήνες 60 μήνες
Υπεργόνιμα ζευγάρια 60% 100% - - -
Φυσιολογικά γόνιμα 20% 74% 93% 100% -
Ήπιας μορφής υπογόνιμα 5% 26% 46% 71% 95%
Βαριάς μορφής υπογόνιμα 1% 6% 11% 21% 45%
Μη γόνιμα 0% 0% 0% 0% 0%

* Μηνιαίο Ποσοστό Γονιμότητας

Με βάση αυτό το μοντέλο, 95 στα 100 ζευγάρια θα είχαν επιτύχει σύλληψη σε μια πενταετία αν είχαν ελαφρά προβλήματα υπογονιμότητας, δηλαδή ήπια προβλήματα σπέρματος, σαλπίγγων, ωοθυλακιορρηξίας κ.λπ., αρκεί μόνον να είχαν ελεύθερες επαφές, χωρίς προφύλαξη, χωρίς προγραμματισμό, χωρίς καμία εξέταση, χωρίς καμία θεραπεία.

Επίσης 45 ζευγάρια στα 100 με βαριά προβλήματα υπογονιμότητας θα είχαν επιτύχει σύλληψη σε μια πενταετία. Γι’ αυτό και αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η δυνατότητα επίτευξης εγκυμοσύνης με ή χωρίς θεραπεία εξαρτάται κυρίως από την ηλικία της γυναίκας και τη διάρκεια της υπογονιμότητας.

Η φιλοσοφία αντιμετώπισης της υπογονιμότητας μπορεί να περιλαμβάνει:

  • μια φάση αναμονής (wait and see),
  • διενέργεια εξετάσεων για τη διερεύνηση των αιτίων υπογονιμότητας, με σκοπό την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας,
  • χρονοδιάγραμμα αντιμετώπισης (π.χ. περιορισμένος αριθμός σπερματεγχύσεων, υστεροσκόπηση – λαπαροσκόπηση κ.α.),
  • άμεση εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Το πρόβλημα της υπογονιμότητας εμφανίζεται συχνά και είναι διαχρονικό.

Διεθνώς το 15% των ζευγαριών αντιμετωπίζουν δυσκολία στη σύλληψη γενικώς ή στη σύλληψη του επιθυμητού αριθμού παιδιών, σύμφωνα με εκτιμήσεις τoυ Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.). Η πιθανότητα σύλληψης σε ένα ζευγάρι που βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία και έχει σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη ή χρήση αντισυλληπτικών μεθόδων είναι 20% ανά μήνα. Αν αθροίσει κανείς τη μηνιαία πιθανότητα σύλληψης (20%) για 12 μήνες, το ποσοστό σύλληψης φθάνει στατιστικά στο 93% αντί της απλής άθροισης που θα έφτανε το 240%.

Το ποσοστό υπογονιμότητας παραμένει σταθερό με την πάροδο των αιώνων. Έχει καταγραφεί μελέτη σε περιοχή της Αγγλίας, κατά τον 19ο αιώνα, στην οποία βρέθηκε ότι 1 στους 6 γάμους δεν ήταν παραγωγικός (16%).

Το ποσοστό των υπογόνιμων ζευγαριών είναι δύσκολο να υπολογισθεί με ακρίβεια, διότι απαιτεί μελέτη πλήθους παραμέτρων και αποκλεισμό των ατόμων που έχουν υποστεί στειροποίηση, ή που εφαρμόζουν κάποια αντισυλληπτική μέθοδο, αλλά και εκείνων που δεν επιθυμούν σύλληψη. Στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 10-15 εκατομμύρια υπογόνιμα ζευγάρια και στη Γερμανία 585.000 (δεδομένα του 1989). Στην Ελλάδα θεωρείται ότι υπάρχουν περίπου 300.000 υπογόνιμα ζευγάρια.

Το ποσοστό είναι αμετάβλητο τις δύο τελευταίες δεκαετίες, αλλά ο αριθμός των ασθενών που υποβάλλονται σε θεραπεία της υπογονιμότητας και ο αριθμός των νέων κέντρων γονιμότητας παρουσιάζουν σημαντική αύξηση.

Επιδημιολογικές μελέτες

Δεκάδες επιδημιολογικές μελέτες επιβεβαιώνουν ποσοστό 10-15% υπογόνιμων ζευγαριών στο γενικό πληθυσμό. Στην πρώτη μελέτη ορόσημο (Sir James Young Simpson, Μεγάλη Βρετανία 19ος αιώνας) συμπεριελήφθησαν 495 ζευγάρια με διάρκεια γάμου πάνω από 5 έτη και ηλικία γυναικών μικρότερη των 75 ετών! Από τη μελέτη προέκυψε ότι 1 στους 6 γάμους (16,3%) δεν ήταν παραγωγικός.

Υψηλής ποιότητας επιδημιολογικά δεδομένα υπάρχουν από το 1985. Οι ερευνητές μελετώντας την υπογονιμότητα σε περιοχές της Αγγλίας, της Ολλανδίας και της Γαλλίας επιβεβαιώνουν το θεωρητικό ποσοστό υπογονιμότητας (10-15%). Ενδεικτικά αναφέρονται πέντε από αυτές τις μελέτες:

Hull et al., 1985: μελέτησαν 708 ζευγάρια σε περιοχή της Αγγλίας. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι 1 στα 6 ζευγάρια (16%) αντιμετωπίζει δυσκολία σύλληψης.

Beurskens et al., 1995: σε δύο προοπτικές μελέτες από αντιπροσωπευτικές περιοχές της Ολλανδίας, η αθροιστική συχνότητα εμφάνισης υπογονιμότητας βρέθηκε στο 10,4%.

Snick et al., 1997: στη μελέτη τους κατέγραψαν ότι το 9,9% των γυναικών ηλικίας 15-45 ετών ζήτησαν βοήθεια ειδικού τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους.

Trussell J & Wilson, 1985: χρησιμοποίησαν δεδομένα από μια περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχαν οι σύγχρονες μέθοδοι στειροποίησης ή αντισύλληψης. Μελέτησαν τα δημογραφικά αρχεία κοινοτήτων στο Cambridge της Αγγλίας κατά τα έτη 1550-1850 (ημερομηνίες γέννησης, γάμου και θανάτου). Συμπεριέλαβαν μόνο γυναίκες των οποίων οι γάμοι διήρκεσαν με τον ίδιο σύντροφο έως την ηλικία των 50 ετών. Υπολόγισαν ότι το ποσοστό των νυμφευμένων γυναικών που δεν είχαν εγκυμοσύνη σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους ήταν 8%.

Thonneau et al., 1991: η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το 14,1% των γυναικών σε τρεις περιοχές της Γαλλίας συμβουλεύτηκαν έναν ειδικό, κάποια στιγμή στην αναπαραγωγική τους ηλικία.

Υπογονιμότητα ονομάζεται η αποτυχία σύλληψης μετά από 12 μήνες σεξουαλικών επαφών χωρίς προφύλαξη και χωρίς χρήση αντισυλληπτικών μέσων. Η υπογονιμότητα διακρίνεται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή. Στην πρωτοπαθή δεν έχει επιτευχθεί σύλληψη στο παρελθόν ενώ στη δευτεροπαθή έχει επιτευχθεί σύλληψη.

Στειρότητα είναι η απόλυτη αδυναμία σύλληψης.

Μηνιαίο Ποσοστό Γονιμότητας (ΜΠΓ) είναι η πιθανότητα επίτευξης εγκυμοσύνης σε έναν εμμηνορρυσιακό κύκλο.

Ο άνθρωπος δεν είναι ιδιαίτερα γόνιμο θηλαστικό. Υπολογίζεται ότι στους ανθρώπους το ΜΠΓ είναι 20%, ενώ στους μπαμπουίνους 80% και στα κουνέλια 90%.

Υποστηρίζεται από αρκετούς ερευνητές ότι το μικρό ΜΠΓ του ανθρώπου οφείλεται σε χρωμοσωματικές ανωμαλίες.

Ανευπλοειδία εμφανίζεται στο 25% των συλλήψεων.

Χρωμοσωματικές ανωμαλίες παρατηρούνται στο γενικό πληθυσμό. Αυτές αυξάνονται με την πρόοδο της ηλικίας και φτάνουν σύμφωνα με μελέτες προεμφυτευτικού ελέγχου στο 60-90% των εμβρύων, για γυναίκες ηλικίας άνω των 40 ετών.

Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που μειώνονται τα ποσοστά επιτυχίας κυήσεως με την πρόοδο της ηλικίας και στην εξωσωματική γονιμοποίηση και στη φυσική σύλληψη.

Ο δεύτερος λόγος που μειώνονται τα ποσοστά επιτυχίας κυήσεως με την πρόοδο της ηλικίας είναι ότι μειώνεται ο αριθμός των ωοθυλακίων που απομένουν στην ωοθήκη τα οποία προφανώς είναι και χειρότερης ποιότητας.

Ο ορισμός της υγείας παραμένει αναλλοίωτος από το 1948. Βρίσκεται στο επίσημο καταστατικό κείμενο του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (“Preamble to the Constitution of the World Health Organization”), το οποίο έγινε αποδεκτό από την Παγκόσμια Διάσκεψη για την Υγεία, υπεγράφη στις 22 Ιουνίου 1946 από εκπροσώπους 61 κρατών στη Νέα Υόρκη (Official Records of the World Health Organization, 2:100) και τέθηκε σε ισχύ στις 7 Απριλίου 1948. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, η υγεία είναι μια κατάσταση πλήρους φυσικής, πνευματικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι απλώς η απουσία ασθένειας ή αναπηρίας (“Health is a state of complete physical, mental and social well-being and not merely the absence of disease or infirmity”).

Υπό την έννοια αυτή, η υπογονιμότητα αποτελεί πράγματι διαταραχή της υγείας. Το ζευγάρι που παραμένει άτεκνο παρά τη θέλησή του, δεν βρίσκεται σε «πλήρη πνευματική και κοινωνική ευεξία», δεδομένου ότι η ακούσια ατεκνία θεωρείται κοινωνικό στίγμα και κατά κανόνα επηρεάζει δυσμενώς την πνευματική και κοινωνική ευεξία των άτεκνων ζευγαριών. Κατά συνέπεια, τα υπογόνιμα ζευγάρια είναι «ασθενείς», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι χρειάζεται να στιγματίζονται γι’ αυτό, όπως ακριβώς ουδείς στιγματίζεται επειδή πάσχει από γρίπη, ή από μυωπία. Η υπογονιμότητα δεν έχει ιδιαίτερα συμπτώματα και οι «ασθενείς» δεν φαίνεται να «πάσχουν» από κάποιο πρόδηλο νόσημα.

Η διαγνωστική προσέγγιση εξαρτάται από το αν η διερεύνηση αφορά πρώτη επίσκεψη στον ιατρό, παραπομπή από γυναικολόγο, ανδρολόγο, ουρολόγο, ενδοκρινολόγο, πιθανή προηγούμενη θεραπεία υπογονιμότητας (π.χ. διέγερση της ωοθηκικής λειτουργίας, σπερματέγχυση, επέμβαση στις σάλπιγγες) και προηγούμενη προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Είναι επιβεβλημένο το υπογόνιμο ζευγάρι να μελετάται ως μονάδα. Στην πρώτη συνέντευξη είναι αναγκαίο να παρευρίσκονται και οι δύο σύντροφοι στη μονάδα μας, σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. Λαμβάνεται οικογενειακό και ατομικό ιστορικό, μαιευτικό ιστορικό (τοκετοί, αποβολές, εκτρώσεις κ.λπ.), γυναικολογικό, χειρουργικό ιστορικό (προηγηθείσες επεμβάσεις), καταγράφονται η ηλικία, το βάρος, το ύψος, η εργασία, το κάπνισμα, η κατανάλωση οινοπνεύματος, πιθανή φαρμακευτική αγωγή και πάθηση και αξιολογούνται προηγούμενες εξετάσεις (π.χ. σπερμοδιάγραμμα, ορμονικός έλεγχος, υπερηχογράφημα, υστεροσαλπιγγογραφία, λαπαροσκόπηση, υστεροσκόπηση).

Η διαγνωστική εκτίμηση ρουτίνας σε υπογονιμότητα 12 μηνών περιλαμβάνει εκτίμηση των παρακάτω παραμέτρων:

  • Ανδρικός παράγων (ανάλυση σπέρματος: 2 ή 3 διαφορετικά δείγματα).
  • Έλεγχος της ωοθυλακιορρηξίας και της ωχρινικής φάσης του κύκλου (FSH, LH, PRL, E2 την 2η-6η ημέρα του κύκλου, προγεστερόνη την 21η ημέρα του κύκλου, σειρά υπερηχογραφημάτων ωοθηκών και ενδομητρίου, θερμοδιάγραμμα).
  • Τραχηλικός παράγων: δοκιμασία μετά τη συνουσία (post-coital test).
  • Μητριαίος παράγων (υστεροσαλπιγγογραφία, υστεροσκόπηση, υπερηχογράφημα).
  • Σαλπιγγοπεριτοναϊκός παράγων (υστεροσαλπιγγογραφία και λαπαροσκόπηση).
  • Ενδομητρίωση ή άλλη παθολογική κατάσταση του γεννητικού συστήματος (λαπαροσκόπηση).
  • Ωοθηκικές εφεδρείες (FSH, E2, όγκος ωοθηκών, καταγραφή αριθμού καταβολών στο υπερηχογράφημα της 3ης ημέρας του κύκλου).

Η υπογονιμότητα του ζευγαριού μπορεί να οφείλεται στη γυναίκα ή στον άνδρα, ή να έχει μικτή αιτιολογία.

Στα συνήθη αίτια υπογονιμότητας περιλαμβάνονται:

Η συχνότητα υπογονιμότητας φαίνεται στον παρακάτω πίνακα, ο οποίος διαμορφώθηκε με βάση επιδημιολογικές μελέτες ορισμένων ερευνητών.

Πίνακας: Συχνότητα εμφάνισης υπογονιμότητας σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια φροντίδα.

Αίτιο Υπογονιμότητας Πρωτοβάθμια φροντίδα
n = 726
(Snick)
Δευτεροβάθμια φροντίδα
n = 708
(Hull)
Τριτοβάθμια φροντίδα
n = 2198
(Collins)
Ανδρικός παράγων 20% 26% 24%
Ωοθυλακιορρηξία 24% 21% 18%
Τραχηλικός παράγων 15% 9% -
Σαλπιγγικός-περιτοναϊκός παράγων και ενδομητρίωση 11% 20% 30%
Ανεξήγητη 30% 25% 26%
Άλλο - - 3%

Ο αυλός του τραχήλου (ενδοτράχηλος)(υστεροσκοπική εικόνα).
Ο αυλός του τραχήλου (ενδοτράχηλος)(υστεροσκοπική εικόνα).

Ο τραχηλικός παράγων συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με την ποιότητα της τραχηλικής βλέννας και τη συμπεριφορά της ως προς τα σπερματοζωάρια. Η τραχηλική βλέννα αποτελεί, ως γνωστόν, έκκριμα των αδένων του ενδοτραχήλου, με ποικίλη σύσταση και ρευστότητα.

Η σύσταση της τραχηλικής βλέννας αποτελεί φιλικό ή εχθρικό διάδρομο για τα σπερματοζωάρια και επιτρέπει τη διέλευση των σπερματοζωαρίων μόνο στη φάση της ωοθυλακιορρηξίας. Στις άλλες φάσεις του κύκλου, οι ορμονικές αλλαγές επιδρούν στη σύσταση της βλέννας, η οποία διαφοροποιείται και δεν επιτρέπει τη διέλευση των σπερματοζωαρίων.

Σε μερικές γυναίκες, υπάρχουν αντισπερματικά αντισώματα στη βλέννα του τραχήλου. Αυτά δημιουργούν συγκολλήσεις, οι οποίες ακινητοποιούν τα σπερματοζωάρια, τα οποία αδυνατούν έτσι να φθάσουν στην κοιλότητα της μήτρας, ακόμη και στη φάση της ωοθυλακιορρηξίας (γόνιμες ημέρες).

Η εχθρικότητα της τραχηλικής βλέννας αποτελεί το κύριο αίτιο υπογονιμότητας στο 9-15% των ζευγαριών. Ορισμένοι όμως αρνούνται ακόμη και την ύπαρξη αυτού του παράγοντα.

Ο κύριος τρόπος ελέγχου του τραχηλικού παράγοντα είναι η δοκιμασία μετά τη συνουσία (PCT, Postcoital test). Σπάνια κάποια εξέταση για τη διάγνωση της υπογονιμότητας έχει προκαλέσει τόσο έντονη διαμάχη όση η δοκιμασία μετά τη συνουσία (PCT, postcoital test). H αποτελεσματικότητα της PCT είναι απογοητευτική στην κλινική πρακτική και η προγνωστική της αξία θεωρείται από πολλούς περιορισμένη. Μπορεί όμως να μετατραπεί σε σημαντική εξέταση, αν διεξαχθεί στη σωστή χρονική στιγμή, η οποία προσδιορίζεται με σειρά υπερηχογραφημάτων και ορμονικών προσδιορισμών για προσδιορισμό της ωοθυλακιορρηξίας (δηλαδή, των γόνιμων ημερών). Η εκτίμηση της ωοθυλακιορρηξίας με βάση τον χρόνο που μεσολάβησε από την έμμηνο ρύση (π.χ. 14η ημέρα του κύκλου) είναι αυθαίρετη και δεν οριοθετεί πάντα τις γόνιμες ημέρες, ιδιαίτερα σε ανώμαλους κύκλους.

Η αρνητική PCT μπορεί να οφείλεται σε αδυναμία ολοκλήρωσης της σεξουαλικής επαφής, οπότε χρειάζεται ψυχολογική υποστήριξη, σε άστοχη χρονική στιγμή, οπότε χρειάζεται υπερηχογραφική καθοδήγηση, ή σε πτωχή ποιότητα σπέρματος. Η θετική PCT συνήθως σημαίνει επαρκή σεξουαλική επαφή, ορθή χρονική στιγμή, βλέννα υποδεκτική και ικανοποιητική ποιότητα σπέρματος. Συνήθως, ως θετική PCT θεωρείται η παρουσία ικανοποιητικού αριθμού κινητών σπερματοζωαρίων στη βλέννα 4-10 ώρες μετά την επαφή και ως αρνητική PCT η απουσία σπερματοζωαρίων με πρόσθια προωθητική κινητικότητα στη μεσοκυκλική τραχηλική βλέννα.

Πρακτικά, εάν στην PCT βρεθούν περισσότερα από 50 σπερματοζωάρια με πρόσθια προωθητική κινητικότητα ανά οπτικό πεδίο, στη μεσοκυκλική βλέννα, 9-24 ώρες μετά την επαφή, μπορούμε σχεδόν να αποκλείσουμε τον ανδρικό παράγοντα υπογονιμότητας.

Οι παράγοντες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής μπορεί να επηρεάσουν τη γονιμότητα. Ο μεγάλος αριθμός σεξουαλικών συντρόφων προκαλεί αύξηση του κινδύνου προσβολής από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, με συνέπεια την πιθανή λοίμωξη του γεννητικού συστήματος. Επίσης, το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο πρωτοπαθούς υπογονιμότητας.

Αναλογικές πιθανότητες κινδύνου υπογονιμότητας σε σχέση με τον αριθμό των τσιγάρων

Αναλογικές πιθανότητες κινδύνου υπογονιμότητας σε σχέση με τον αριθμό των σιγαρέττων

Η αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος αυξάνει τον κίνδυνο υπογονιμότητας σε γυναίκες που καταναλώνουν περισσότερα από 5 ποτά ημερησίως. Το σωματικό βάρος, εάν είναι πολύ μεγαλύτερο του φυσιολογικού, συνδέεται με ανωοθυλακιορρηξία, ενώ εάν είναι πολύ μικρότερο του φυσιολογικού ευθύνεται για διαταραχή της λειτουργίας του υποθαλάμου με αποτέλεσμα την ανωοθυλακιορρηξία. Η υπερβολική άσκηση και το άγχος συνδέονται επίσης με ανωοθυλακιορρηξία.

Ελάχιστα στοιχεία δείχνουν συσχέτιση της υπογονιμότητας με το εργασιακό περιβάλλον. Παρά την αυξημένη ανησυχία, εκτός από την έκθεση ανδρών σε φυτοφάρμακα, μόλυβδο και άλλα βαρέα μέταλλα, σε επιδημιολογικές μελέτες δεν διαπιστώνεται καμία επίπτωση της εργασίας στις παραμέτρους του σπέρματος (μελέτες έχουν γίνει σε ραδιοηλεκτρολόγους, τυπογράφους, λινοτύπες, κ.λπ.).

Παρ’ όλες τις προόδους στη διάγνωση, η υπογονιμότητα παραμένει ανεξήγητη σε ποσοστό 25-30%. Πριν το 1900 η υπογονιμότητα χαρακτηριζόταν πάντοτε ανεξήγητη. Σε ειδικές μελέτες (Guzick et al.), οι εξετάσεις ρουτίνας σε γόνιμα ζευγάρια (σπερμοδιάγραμμα, PCT, έλεγχος ωχρινικής φάσης, υστεροσαλπιγγογραφία), επέτρεψαν τον εντοπισμό τουλάχιστον ενός παράγοντα υπογονιμότητας στα 2/3 των ζευγαριών. Επίσης βρέθηκαν φυσιολογικά αποτελέσματα σε 5 από 32 υπογόνιμα ζευγάρια και σε 10 από 32 γόνιμα ζευγάρια. Κατά συνέπεια, το μη φυσιολογικό αποτέλεσμα δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και υπογονιμότητα.

Ελάχιστα δεδομένα υπάρχουν σχετικά με το ποσοστό αυτόματης σύλληψης σε ασθενείς με ανεξήγητη υπογονιμότητα που έχουν εξαντλήσει τις συμβατικές θεραπείες. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 5,9% των ζευγαριών που ήταν σε λίστα αναμονής για εξωσωματική γονιμοποίηση στη Μεγ. Βρετανία πέτυχαν αυτόματη σύλληψη μέσα σε 12 μήνες.

Αλλά τι σημαίνει ανεξήγητη υπογονιμότητα; Ας υποθέσουμε ότι έχουν ελεγχθεί όλοι οι παράγοντες υπογονιμότητας και δεν έχει βρεθεί κάτι παθολογικό. Δηλαδή, οι παράμετροι του σπέρματος είναι εντός φυσιολογικών ορίων, οι σάλπιγγες διαβατές χωρίς συμφύσεις, η σαλπιγγωοθηκική σχέση καλή, δεν υπάρχει ενδομητρίωση, γίνεται ωοθυλακιορρηξία και υπάρχει κανονική σεξουαλική επαφή τις γόνιμες ημέρες. Γιατί τότε δεν υπάρχει σύλληψη;

Είναι προφανές ότι δεν είναι δυνατόν να δοθούν απαντήσεις σε απλά ερωτήματα όπως:

  • απελευθερώθηκε ωάριο μετά την ωοθυλακιορρηξία;
  • Ήταν το ωάριο ώριμο και καλής ποιότητας;
  • το παρέλαβε η σάλπιγγα;
  • έφθασαν τα σπερματοζωάρια μέχρι τη λήκυθο της σάλπιγγας;
  • επήλθε γονιμοποίηση;
  • Ήταν φυσιολογική η γονιμοποίηση του ωαρίου;
  • Διαιρέθηκε το γονιμοποιημένο ωάριο;
  • προέκυψε έμβρυο καλής ποιότητας, χωρίς χρωμοσωμικές ανωμαλίες, με δυναμική εξέλιξης;
  • η ανάπτυξη του εμβρύου ήταν φυσιολογική;
  • Έφτασε το έμβρυο στο στάδιο της βλαστοκύστης;
  • Ήταν το ενδομήτριο κατάλληλα προετοιμασμένο για να υποδεχθεί το έμβρυο;
  • Ήταν η αλληλεπίδραση εμβρύου και ενδομητρίου η κατάλληλη για επιτυχή εμφύτευση;

Ιδού μερικά αναπάντητα ερωτήματα, που αντανακλούν την πολυπλοκότητα των μηχανισμών και των διαδικασιών που ακολουθούνται κατά τη γονιμοποίηση και την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Είναι προφανές ότι οι παράγοντες που μελετώνται κατά τη διερεύνηση της υπογονιμότητας (π.χ. ορμονικό προφίλ, ποιότητα σπέρματος, διαβατότητα των σαλπίγγων, κλπ) είναι πολύ περιορισμένοι και αδύνατο να εντοπίσουν κάθε πιθανή αιτία υπογονιμότητας. Για τους λόγους αυτούς η ανεξήγητη υπογονιμότητα αποτελεί την αιτία υπογονιμότητας στο 25-30% των ζευγαριών.

Ήπια/μέτρια ενδομητρίωση και ανεξήγητη υπογονιμότητα

Σε ανασκόπηση 22 μελετών και 2026 ασθενείς αναφέρεται (Taylor και Collins) ότι η ήπια και η μέτρια μορφή ενδομητρίωσης επηρεάζουν τη γονιμότητα όσο και μέχρι στιγμής άγνωστοι παράγοντες. Επομένως, ο ρόλος της ελάχιστης και μέτριας ενδομητρίωσης στην υπογονιμότητα ουσιαστικά παραμένει ανεξήγητος, ενώ η σοβαρή ενδομητρίωση παραπέμπει σε σαλπιγγοπεριτοναϊκή αιτιολογία. Οι ασθενείς με ενδομητρίωση και ανεξήγητη υπογονιμότητα έχουν γενικά την ίδια πρόγνωση σε κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Ηλικία και ανεξήγητη υπογονιμότητα

Η πιθανότητα διάγνωσης ανεξήγητης υπογονιμότητας αυξάνεται σημαντικά με την αύξηση της ηλικίας της γυναίκας. Η υπογονιμότητα σχετίζεται κυρίως με χαμηλές ωοθηκικές εφεδρείες και μειωμένη ποιότητα ωαρίων. Ειδικά για γυναίκες άνω των 40 η πιθανότητα φυσικής σύλληψης είναι χαμηλή, ενώ είναι εξαιρετικά σπάνια άνω των 44, ακόμη και σε γυναίκες που διατηρούν κανονικούς ωορρηκτικούς κύκλους.

Ο ανδρικός παράγων είναι η κύρια αιτία υπογονιμότητας σε ποσοστό 20-26% των ζευγαριών. Η ανάλυση του σπέρματος (σπερμοδιάγραμμα) αποτελεί την κύρια μέθοδο εκτίμησης της ανδρικής υπογονιμότητας.

Τα σπερματοζωάρια όπως απεικονίζονται στο μικροσκόπιο (μεγέθυνση x 1000-αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).
Τα σπερματοζωάρια όπως απεικονίζονται στο μικροσκόπιο (μεγέθυνση x 1000-αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Εάν το σπερμοδιάγραμμα βρεθεί εντός φυσιολογικών ορίων η εξέταση του άνδρα δεν έχει καμία επιπρόσθετη αξία, ενώ, στο άλλο άκρο, η αζωοσπερμία είναι αδιαμφισβήτητη και εύκολα διαγνώσιμη αιτία έλλειψης ανδρικής γονιμότητας.

Γενική εξέταση σπέρματος

Η γενική εξέταση του σπέρματος περιλαμβάνει:

  • Τη μακροσκοπική εκτίμηση, κατά την οποία ελέγχονται ο όγκος του δείγματος, ο χρόνος ρευστοποίησης, το pH, η χροιά και η γλοιότητα του σπέρματος.
  • Τον βιοχημικό έλεγχο του σπέρματος (προαιρετικά), κατά τον οποίο ελέγχονται τα επίπεδα διαφόρων μεταβολιτών του σπερματικού πλάσματος, όπως: όξινη φωσφατάση, κιτρικό οξύ, ψευδάργυρος, μαγνήσιο, φρουκτόζη, προσταγλανδίνες, καρνιτίνη, α-γλυκοσιδάση, χολίνη.
  • Τη μικροσκοπική εκτίμηση του σπέρματος, με την οποία εκτιμώνται:

    α) ο αριθμός (συγκέντρωση) των σπερματοζωαρίων (εκφράζεται σε εκατομμύρια/ml),

    β) η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων, η οποία αξιολογείται σε τέσσερις βαθμίδες (πρόσθια προωθητική, πρόσθια ελαττωμένη, επιτόπια και μηδενική),

    γ) η μορφολογία των σπερματοζωαρίων (κεφαλής, αυχένα, ουράς) με καταγραφή του δείκτη πολλαπλών ατυπιών,

    δ) ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων.

  • Την ανίχνευση αντισπερματικών αντισωμάτων με διάφορες εξετάσεις (όπως MAR-test, SPAT, Immunobead test).

Το σπερμοδιάγραμμα μπορεί να συμπληρωθεί με:

Για τη σωστή εξαγωγή αποτελεσμάτων το σπερμοδιάγραμμα πρέπει να πραγματοποιείται μετά από αποχή 2-5 ημερών. Η εξέταση δύο τουλάχιστον δειγμάτων με μεσοδιάστημα 75 ημερών θεωρείται απαραίτητη.

Σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει θεσπίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO), τα χαρακτηριστικά του φυσιολογικού σπέρματος είναι:

  • αριθμός σπερματοζωαρίων: τουλάχιστον 15.000.000 ανά ml,
  • συνολικός αριθμός σπερματοζωαρίων: τουλάχιστον 39.000.000,
  • προωθητική κινητικότητα τουλάχιστον 32%, μέσα σε 1 ώρα από τη λήψη,
  • τουλάχιστον 4% των σπερματοζωαρίων με φυσιολογική μορφολογία.

Διαταραχές παραμέτρων του σπέρματος

Η ανδρική υπογονιμότητα εκδηλώνεται κυρίως με διαταραχές του αριθμού, της κινητικότητας ή και της μορφολογίας των σπερματοζωαρίων. Εάν τα κριτήρια δεν πληρούνται, διακρίνουμε τις παρακάτω παθήσεις:

Ολιγοσπερμία: Μείωση του αριθμού των σπερματοζωαρίων κάτω από το όριο των 15 εκατομμυρίων/ml ή κάτω των 39 εκατομμυρίων συνολικά.

Ασθενοσπερμία: Μείωση της προωθητικής κινητικότητας των σπερματοζωαρίων κάτω του 32%.

Τερατοσπερμία: Μείωση του ποσοστού των σπερματοζωαρίων με φυσιολογική μορφολογία κάτω του 4%.

Ολιγοασθενοτερατοσπερμία (ΟΑΤ): Ταυτόχρονη μείωση του αριθμού, της κινητικότητας και του ποσοστού φυσιολογικών μορφών σπερματοζωαρίων στο σπέρμα, που αποτελεί και την πιο συχνή διαταραχή.

Ασπερμία: Δεν γίνεται εκσπερμάτιση.

Στην αζωοσπερμία δεν παρατηρούνται σπερματοζωάρια στο σπέρμα.

Διακρίνεται σε αποφρακτική και μη αποφρακτική.

Η αποφρακτική αζωοσπερμία (48% των περιπτώσεων) οφείλεται σε επίκτητη απόφραξη αμφοτέρων των εκφορητικών πόρων, ή σε συγγενή απλασία ή δυσπλασία τους. Η απόφραξη μπορεί να παρατηρηθεί σε οποιοδήποτε σημείο (σπερματικός πόρος, επιδιδυμίδα, κ.λπ.).

Η μη αποφρακτική αζωοσπερμία υποδηλώνει ελλιπή παραγωγή σπερματοζωαρίων, η οποία μπορεί να οφείλεται σε χρωμοσωματικές ανωμαλίες, λοιμώξεις και φλεγμονές (παρωτίτιδα μετά την εφηβεία, ορχίτιδα), κρυψορχία, ενδοκρινικά, μεταβολικά ή περιβαλλοντικά αίτια, κ.λπ.

Στο 15,4% των αζωοσπερμικών ανδρών διαπιστώνονται ανωμαλίες στον καρυότυπο (κυρίως Klinefelter).

Στο 26% των ολιγο-αζωοσπερμικών υπάρχει χρωμοσωματική ανωμαλία.

Επίσης διαπιστούται έλλειμμα στο Υ χρωμόσωμα (AZF) ή μετάλλαξη του γονιδίου κυστικής ίνωσης (CF) ιδιαίτερα σε περιπτώσεις συγγενούς έλλειψης των δύο σπερματικών πόρων (CBAVD).

Σε άνδρες με σοβαρή ολιγο-ασθενο-αζωο-σπερμία, επιβάλλεται γενετικός έλεγχος και καθοδήγηση.

Η παρουσία αντισπερματικών αντισωμάτων είναι γενικώς παραδεκτό αίτιο υπογονιμότητας, αν και ο τρόπος δράσης τους δεν είναι ακριβώς γνωστός.

Τα αντισώματα αυτά προκαλούν συγκόλληση των σπερματοζωαρίων μεταξύ τους, οπότε παρεμποδίζεται η κινητικότητα τους, η ανάμιξη τους με την τραχηλική βλέννα και η πρόσφυσή τους στη διαφανή ζώνη του ωαρίου με τελικό αποτέλεσμα την αποτυχία της γονιμοποίησης. Τα αντισώματα αυτά μπορεί να αναπτυχθούν μετά από φλεγμονές, τραύματα ή χειρουργικές επεμβάσεις.

Επίσης, ακόμη στην περίπτωση που επιτευχθεί επιτυχής γονιμοποίηση των ωαρίων, η εξέλιξη της ανάπτυξής τους ως έμβρυα μπορεί να ανασταλεί, ιδιαίτερα στο στάδιο των 6-8 κυττάρων την 3η μέρα καλλιέργειας ή προτού τον σχηματισμό βλαστοκύστεων την 5η ή 6η ημέρα.

Δείτε ακόμη: Σπερμοληψία και Έλεγχος αντισπερματικών αντισωμάτων

Αυτό είναι ένας όρος που περιγράφει άρρενες οι οποίοι έχουν ένα επιπλέον Χ χρωμόσωμα στα περισσότερα από τα κύτταρά τους. Αντί να έχουν το συνήθη χρωμοσωμιακό pattern ΧΥ που οι περισσότεροι άρρενες έχουν, αυτοί έχουν τον καρυότυπο ΧΧΥ.

Πιστεύεται ότι ο καρυότυπος ΧΧΥ είναι μια από τις πιο συχνές χρωμοσωμιακές ανωμαλίες στο ανθρώπινο είδος που εμφανίζεται σε περίπου 1 στις 500 γεννήσεις ζωντανών αρρένων.

Ποια είναι η θεραπεία των ατόμων με Klinefelter Syndrome;

Η θεραπεία εκλογής στα άτομα αυτά είναι η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης με ανδρογόνα.

Ποια είναι τα συμπτώματα της κατάστασης ΧΧΥ;

Όλα τα άτομα που έχουν αυτή τη νόσο δεν παρουσιάζουν συμπτώματα ή τουλάχιστον δεν παρουσιάζουν συμπτώματα στον ίδιο βαθμό. Τα συμπτώματα και η ένταση των συμπτωμάτων εξαρτώνται από το πόσα κύτταρα ΧΧΥ ένας άνδρας έχει, από το πόση τεστοστερόνη έχει και από το ποια ηλικία η κατάσταση διαγιγνώσκεται. Τα συμπτώματα σχετίζονται με τη φυσική ανάπτυξη, τη γλώσσα και την κοινωνική συμπεριφορά. Όταν τα άτομα αυτά είναι νήπια έχουν μειωμένη δύναμη και αδύνατους μύες στην εφηβεία.

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας τα άτομα αυτά παράγουν λιγότερη τεστοστερόνη και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να γίνονται ψηλότερα, να έχουν μικρότερη μυϊκή δύναμη και μικρότερη τριχοφυία στο πρόσωπο.

Τα άτομα αυτά εμφανίζουν ολιγοασθενοσπερμία και είναι το σύνδρομο Klinefelter, η πιο συχνή καρυοτυπική διάγνωση σε άτομα με ολιγοασθενοσπερμία.

Ποια είναι η θεραπεία της υπογονιμότητας αυτών των ατόμων;

Η πλειοψηφία των ανδρών με σύνδρομο Klinefelter είναι αζωοσπερμικοί μετά όμως την ανακάλυψη της ICSI έχουν και αυτά τα άτομα τη δυνατότητα να καταστούν γόνιμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει ένα υψηλότερο ποσοστό χρωμοσωμιακής υπερπλοειδίας στα χρωμοσώματα του φύλου και αυτοσωματικής ανευπλοειδίας στο σπέρμα ασθενών με Klinefelter παραμένει αδιευκρίνιστος.

Όταν τα άτομα αυτά υπόκεινται σε μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής τότε πρέπει να γίνεται προεμφυτευτική διάγνωση είτε καρυότυπος των εμφυτευθέντων εμβρύων για να αποφευχθούν χρωμοσωμιακές ανωμαλίες στους απογόνους.

Δείτε: Αζωοσπερμία

Έχει παρατηρηθεί ότι η υπογονιμότητα 10-18% των ανδρών που πάσχουν από ολιγοσπερμία ή αζωοσπερμία έχει γενετική βάση και οφείλεται σε μικροελλείψεις στο Υ χρωμόσωμα. Αυτές οι ελλείψεις, επίσης γνωστές και ως AZF (azoospermia factor) εντοπίζονται σε περιοχές του Υ χρωμοσώματος. Διακρίνονται σε 4 κύριους τύπους, AZFa, AZFb, AZFc, AZFd. Είναι γνωστό ότι οι περιοχές αυτές του Υ χρωμοσώματος είναι υπεύθυνες για την έκφραση σημαντικών γονιδίων για τη σπερματογένεση. Ως αποτέλεσμα, οι μικροελλείψεις αυτών των περιοχών του Υ χρωμοσώματος οδηγούν σε σημαντική μείωση ή και ολική αναστολή της παραγωγής σπερματοζωαρίων στους όρχεις.

Η χρήση σπερματοζωαρίων με μικροελλείψεις του Υ χρωμοσώματος, είτε από φυσική εκσπερμάτιση, είτε από βιοψία όρχεως, με τη χρήση της μικρογονιμοποίησης, έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε παρόμοια ποσοστά κύησης σε σύγκριση με σπερματοζωάρια με φυσιολογικό Υ χρωμόσωμα.

Παρόλα αυτά, επειδή οι μικροελλείψεις αυτές μπορούν να μεταβιβαστούν στα άρρενα τέκνα από άνδρες φορείς, είναι σημαντική η διεξαγωγή γενετικών εξετάσεων για τον εντοπισμό ή μη των μικροελλείψεων αυτών.

Τα αίτια που μπορεί να προκαλέσουν ανδρική υπογονιμότητα είναι κυρίως:

  • Οι περιβαλλοντικές επιδράσεις: αυξημένη θερμοκρασία, τοξικές ουσίες, ακτινοβολία, υπερβολική κατανάλωση καπνού, οινοπνεύματος, ναρκωτικών αλλά πιθανόν και καφέ (περισσότερα από 3-5 φλιτζάνια την ημέρα).
  • Οι μηχανικοί παράγοντες: τραύματα ή εγχειρήσεις στην περιοχή των όρχεων, του προστάτη, της ουροδόχου κύστης, της ουρήθρας, η συστροφή όρχεως, τραύμα στον σπερματικό πόρο ή στη σπερματική αρτηρία κατά τη διάρκεια αποκατάστασης βουβωνοκήλης ή διατομή των νεύρων των εκφορητικών οδών κατά την αφαίρεση του προστάτη.
  • Η συχνότητα σεξουαλικής επαφής: οι πολύ συχνές (π.χ. καθημερινές) επαφές προκαλούν μείωση του όγκου του σπέρματος, ενώ η μεγάλη αποχή (5-6 ημερών και άνω) προκαλεί μείωση της κινητικότητας.
  • Το ψυχολογικό στρες μπορεί να προκαλέσει πρόωρη εκσπερμάτιση.
  • Η μεγάλη σωματική κόπωση ή οι ασθένειες με υψηλό πυρετό, επηρεάζουν την ποιότητα του σπέρματος παροδικά.
  • Οι ενδοκρινικοί παράγοντες όπως η νόσος του Cushing, η ακρομεγαλία, οι όγκοι της υπόφυσης.
  • Ορισμένοι γενετικοί παράγοντες.
  • Οι διαταραχές της εκσπερμάτισης (παλίνδρομη εκσπερμάτιση, απουσία εκσπερμάτισης ή νευρολογική βλάβη): η παλίνδρομη (οπίσθια) εκσπερμάτιση στην ουροδόχο κύστη εκδηλώνεται σπάνια και παρατηρείται σε άνδρες με διαβητική νευροπάθεια, ή σε άνδρες μετά από προστατεκτομή ή τραύμα της σπονδυλικής στήλης (διαγιγνώσκεται με την απουσία εκσπερμάτισης μετά τον οργασμό και επιβεβαιώνεται με την παρουσία των σπερματοζωαρίων στα ούρα).
  • Οι ανοσολογικοί παράγοντες (παρουσία αντισπερματικών αντισωμάτων).
  • Οι ανατομικοί παράγοντες: κρυψορχία, συγγενείς ανωμαλίες (απόφραξη ή έλλειψη των σπερματικών οδών, υποσπαδίας, επισπαδίας), ή παρουσία κιρσοκήλης, η οποία προκαλεί αύξηση της θερμοκρασίας του οσχέου, που έχει αρνητική επίπτωση στη σπερματογένεση.
  • Οι φλεγμονές από χλαμύδια ή γονόρροια είναι από τις πιο επικίνδυνες, ενώ η επιδιδυμίτιδα και η προστατίτιδα προκαλούν συνήθως απόφραξη.
  • Η ορχίτιδα μετά από παρωτίτιδα προκαλεί σοβαρή μείωση των παραμέτρων του σπέρματος.

Τα συχνότερα αίτια ανδρικής υπογονιμότητας

Τα αίτια ανδρικής υπογονιμότητας ανάλογα με τη συχνότητα (ποσοστό%) εμφάνισης είναι:

  1. ΙΑΣΕ (ιδιοπαθής ανεπάρκεια σπερματικού επιθηλίου),
  2. κιρσοκήλη,
  3. λοιμώξεις επικουρικών αδένων,
  4. χρωμοσωματικές ανωμαλίες,
  5. λοίμωξη και κιρσοκήλη,
  6. κρυψορχία,
  7. αποφρακτική αζωοσπερμία,
  8. ενδοκρινικά αίτια,
  9. σεξουαλικές διαταραχές,
  10. μεταπαρωτιδική ορχίτιδα,
  11. ανοσολογικός παράγοντας,
  12. συστηματικές παθήσεις,
  13. αντισπερματικά αντισώματα,
  14. όγκοι όρχεων,
  15. λοιπές αιτίες.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα του σπέρματος παροδικά μπορεί να είναι το άγχος, οι γενικές λοιμώξεις, οι αυτόματες διακυμάνσεις στην παραγωγή, η ατελής στύση και η ατελής συλλογή.

Τα σπερματοζωάρια όπως απεικονίζονται στο μικροσκόπιο (μεγέθυνση x 500 - αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).
Τα σπερματοζωάρια όπως απεικονίζονται στο μικροσκόπιο (μεγέθυνση x 500 – αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Η Ευγονία διαθέτει εμβρυολόγους με μαχρόχρονη πείρα στην απομόνωση και χρήση σπέρματος που προέρχεται από παλίνδρομη εκσπερμάτιση, με υψηλά ποσοστά επιτυχίας.

Η παλίνδρομη (ή οπίσθια) εκσπερμάτιση (retrograde ejaculation) είναι μια διαταραχή που εκδηλώνεται σπάνια και παρατηρείται σε άνδρες με διαβητική νευροπάθεια, μετά από προστατεκτομή ή τραύμα της σπονδυλικής στήλης. Διαγιγνώσκεται με την απουσία εκσπερμάτισης και επιβεβαιώνεται με την παρουσία των σπερματοζωαρίων στα ούρα.

Η εξωσωματική γονιμοποίηση μπορεί να δώσει τη λύση σε ζευγάρια με αντίστοιχο πρόβλημα. Είναι δυνατόν να ανευρεθούν και να απομονωθούν από δείγμα ούρων του άνδρα κινούμενα σπερματοζωάρια, τα οποία μπορούν μετά τη χορήγηση διαλύματος ανθρακικού νατρίου (σόδας) για την αλκαλοποίηση των ούρων και ειδική επεξεργασία, να χρησιμοποιηθούν για τη γονιμοποίηση των ωαρίων της γυναίκας. Η συγκεκριμένη μέθοδος αντιμετώπισης είναι τελείως ανώδυνη, χωρίς να χρειαστεί να υποβληθεί ο άνδρας σε καμίας μορφής χειρουργική επέμβαση.

Ο αριθμός και η ποιότητα των σπερματοζωαρίων που λαμβάνονται με αυτόν τον τρόπο είναι συνήθως χαμηλά. Η μικρογονιμοποίηση (ICSI) είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος για τη γονιμοποίηση των ωαρίων, ενώ είναι απαραίτητη η εξειδίκευση των κλινικών εμβρυολόγων που χειρίζονται το περιστατικό.

Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών

Ωοθήκη με πολυκυστική εμφάνιση, όπως απεικονίζεται σε διακολπικό υπερηχογράφημα. Χαρακτηριστική εικόνα περιδεραίου με παχύ κεντρικό στρώμα (αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).
Ωοθήκη με πολυκυστική εμφάνιση, όπως απεικονίζεται σε διακολπικό υπερηχογράφημα. Χαρακτηριστική εικόνα περιδεραίου με παχύ κεντρικό στρώμα (αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι η πιο συχνή ενδοκρινική πάθηση στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Παριστά την κυριότερη αιτία υπογονιμότητας που οφείλεται σε ανωοθυλακιορρηξία και υπολογίζεται ότι αφορά ποσοστό 73% των περιπτώσεων (S. Franks). Η αιτιολογία του είναι αδιευκρίνιστη. Από το 1990 έχει προταθεί ότι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών περιλαμβάνει ευρύ φάσμα σημείων και συμπτωμάτων ωοθηκικής δυσλειτουργίας, τα οποία ορίζονται από συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια.

Το 2003 έγινε στο Rotterdam μια συνάντηση ειδικών με σκοπό τη διατύπωση μιας κοινά αποδεκτής άποψης για τον προσδιορισμό του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών. Τα διαγνωστικά κριτήρια του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS, polycystic ovarian syndrome) σύμφωνα με την αναθεωρημένη συμφωνία (consensus) του Rotterdam περιλαμβάνουν δύο από τα τρία ακόλουθα κριτήρια:

  1. ανωοθυλακιορρηξία ή αραιωοθυλακιορρηξία,
  2. κλινικά συμπτώματα ή εργαστηριακά ευρήματα υπερανδρογοναιμίας,
  3. πολυκυστική υπερηχογραφική εμφάνιση των ωοθηκών.

Γενικώς, το σύνδρομο καλύπτει ευρύ φάσμα γυναικών: στο ένα άκρο του φάσματος βρίσκονται γυναίκες με φυσιολογικό κύκλο και πολυκυστική εμφάνιση των ωοθηκών στο κολπικό υπερηχογράφημα, ενώ στο άλλο άκρο του φάσματος βρίσκονται γυναίκες με συμπτώματα όπως αυτά που περιέγραψαν το 1935 οι Stein και Leventhall και χαρακτηρίζουν γυναίκες με αραιομηνόρροια (κύκλους 3-6 μηνών), υπερτρίχωση, υπογονιμότητα και παχυσαρκία. Τα τελευταία χρόνια απεδείχθη σαφώς ότι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών συνοδεύεται από χαρακτηριστικές μεταβολικές διαταραχές όπως υπερινσουλιναιμία, αντίσταση στην ινσουλίνη και δυσλιπιδαιμία.

Τα συμπτώματα του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών συνήθως πρωτοεμφανίζονται στην ήβη. Παθολογικές καταστάσεις που απαιτούν διαφορική διάγνωση από το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι το σύνδρομο Cushing, η συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων, οι όγκοι των επινεφριδίων ή της ωοθήκης. Σήμερα θεωρείται ότι η πολυκυστική εμφάνιση των ωοθηκών είναι πράγματι ένα σημείο της νόσου και όχι η αιτία των συμπτωμάτων. Επίσης, το όνομα του συνδρόμου είναι δυνατόν να δημιουργεί σύγχυση, καθώς υπονοείται ότι η ωοθήκη είναι η αιτία του συνδρόμου, ενώ η αιτιολογία είναι στην πραγματικότητα άγνωστη. Μπορεί να συνδέεται με δυσλειτουργία του υποθαλάμου ή της υπόφυσης, ή με δυσλειτουργία της ωοθήκης ή και των επινεφριδίων.

Η υπερηχογραφική εμφάνιση του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών χαρακτηρίζεται από διογκωμένες ωοθήκες με περισσότερες από 10 κύστεις διαμέτρου 2-8 mm σε μία υπερηχογραφική τομή και παχύ κεντρικό στρώμα. Οι κύστεις αυτές διατάσσονται περιφερικά με μορφή περιδεραίου ή διαμέσου του παχέος ηχογενούς κεντρικού στρώματος.

Για την ορθή εκτίμηση, το διακολπικό υπερηχογράφημα υπερέχει σαφώς του κοιλιακού, ενώ η υπερηχογραφική εμφάνιση είναι ο δείκτης του συνδρόμου με τη μεγαλύτερη ευαισθησία.

Η ορμονική εικόνα χαρακτηρίζεται από φυσιολογική ή ελαττωμένη FSH, αυξημένη ή φυσιολογική LH, ελαττωμένη αναλογία FSH/LH, τεστοστερόνη αυξημένη ή στα ανώτερα φυσιολογικά όρια, αυξημένη ανδροστενδιόνη και οιστρόνη, αυξημένη ή φυσιολογική DHEA-S, φυσιολογική ή ελαττωμένη 17-β οιστραδιόλη και ελαττωμένη SHBG. Η DHEA-S παράγεται από τα επινεφρίδια ενώ η τεστοστερόνη κυρίως εκκρίνεται από την ωοθήκη. Η μορφολογία των ωοθηκών στο διακολπικό υπερηχογράφημα, συνδυαζόμενη με υψηλά επίπεδα LH ή και τεστοστερόνης είναι οι πιο ευαίσθητοι δείκτες για PCOS.

Πίνακας : Το ορμονικό φάσμα του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών.

FSH κ.φ. ή ↓
LH κ.φ. ή ↑
FSH/LH
TESTO ↑ ή στα ανώτερα φυσιολογικά όρια
D4-A
DHEA-S κ.φ. ή ↑
Ε2 κ.φ. ή ↓
SHBG

Αιτιολογία

Παρά τη μεγάλη πρόοδο στην διάγνωση και αντιμετώπιση του συνδρόμου τα τελευταία 60 χρόνια, η αιτιολογία του συνδρόμου παραμένει πολύπλοκη και όχι πλήρως κατανοητή. Μπορεί να συνδέεται με δυσλειτουργία του υποθαλάμου ή της υπόφυσης, ή με δυσλειτουργία της ωοθήκης ή και των επινεφριδίων. Υπάρχουν επίσης ισχυρές ενδείξεις για εμπλοκή ενός ή περισσότερων γονιδίων, αυξάνοντας τις πιθανότητες του συνδρόμου να είναι γενετικά μεταδιδόμενο.

Επιπτώσεις στην υγεία

Οι μεταβολικές διαταραχές σε νεαρές γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, όπως υπερινσουλιναιμία, αντίσταση στην ινσουλίνη και δυσλιπιδαιμία, συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου ΙΙ ή μη εξαρτώμενου από ινσουλίνη (NIDDM) στα επόμενα χρόνια της ζωής τους.

Οι πολυκυστικές ωοθήκες προκαλούν σημαντικό ποσοστό των προβλημάτων ωοθυλακιορρηξίας και είναι συχνό εύρημα των γυναικών με προβλήματα υπογονιμότητας. Περισσότερο από το 20% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας έχουν διάφορες μορφές του συνδρόμου (Najmabadi et al., 1996). Πολλές από τις γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες έχουν όμως φυσιολογικό κύκλο και δεν έχουν προβλήματα ωοθυλακιορρηξίας και σύλληψης. Σύμφωνα με μια άλλη μελέτη, έλλειψη ωοθυλακιορρηξίας και υπογονιμότητα παρατηρείται στο 75% των γυναικών με πολυκυστικές ωοθήκες, ενώ ανώμαλοι κύκλοι με αραιομηνόρροια ή αμηνόρροια στο 80% και υπερτρίχωση και ακμή στο 50-70% (Van Santbrink et al., 1997).

Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις, αν και μη αποδεδειγμένες ακόμη, για αυξημένο ρίσκο καρδιοαγγειακών παθήσεων, καρκίνου της μήτρας και επανειλημμένων αποβολών. Επομένως, η διάγνωση του συνδρόμου παίζει ρόλο μακροπρόθεσμα στην υγεία.

Αντιμετώπιση

Στο Συνέδριο της Θεσσαλονίκης το 2007, επετεύχθη διεθνής ομοφωνία όσον αφορά τα μέτρα αντιμετώπισης του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών. Σαν πρώτη γραμμή αντιμετώπισης προτείνεται η πρόκληση ωορρηξίας με χορήγηση κιτρικής κλομιφαίνης (clomifene citrate). Η μέθοδος είναι αποτελεσματική και ασφαλής και ενδείκνυται σε περιπτώσεις ανωορρηξίας.

Η δεύτερη επιλογή περιλαμβάνει τη χορήγηση γοναδοτροπινών σε περίπτωση ανεπαρκούς αντίδρασης στην κιτρική κλομιφαίνη, σε συνδυασμό με στενή παρακολούθηση της ασθενούς για αποφυγή υπερδιέγερσης των ωοθηκών.

Εναλλακτικά, το σύνδρομο μπορεί να αντιμετωπιστεί με λαπαροσκοπική χειρουργική για την αποκατάσταση των ωορρηκτικών κύκλων, ειδικά σε περιπτώσεις που η συχνή παρακολούθηση δεν είναι εφικτή.

Η χορήγηση μετφορμίνης (metformin) για τη μείωση των επιπέδων της ινσουλίνης, δεν ενδείκνυται πλέον σαν μέθοδος αντιμετώπισης, ενώ τα πρωτόκολλα GnRH αγωνιστή κρίνονται μη αποτελεσματικά καθώς συνοδεύονται από υψηλή συχνότητα υπερδιέγερσης των ωοθηκών.

Τέλος, η απώλεια βάρους και η σωματική άσκηση προτείνονται πάντα, για την αύξηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας του συνδρόμου, τη μείωση της σοβαρότητας των συμπτωμάτων, καθώς και τη μείωση του ρίσκου για διαβήτη τύπου 2 και καρδιοαγγειακές παθήσεις.

Εξωσωματική γονιμοποίηση

Η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί αποτελεσματική μέθοδο αντιμετώπισης της υπογονιμότητας που σχετίζεται με το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, και γενικά προτείνεται σαν τρίτη γραμμή αντιμετώπισης, σε περίπτωση μη αποτελεσματικής θεραπείας με κιτρική κλομιφαίνη ή/και γοναδοτροπίνες. Γίνεται μέθοδος πρώτης επιλογής όταν συνοδεύεται από πρόσθετες ενδείξεις (π.χ. ανδρικός ή σαλπιγγικός παράγων, ενδομητρίωση ή PGD). Η χρήση των αναλόγων GnRH (αγωνιστές και ανταγωνιστές) σε συνδυασμό με γοναδοτροπίνες στα πλαίσια ενός προγράμματος εξωσωματικής γονιμοποίησης συνδέονται με υψηλά ποσοστά κύησης, ενώ η συνεχής παρακολούθηση της ασθενούς και η μείωση του αριθμού των μεταφερόμενων εμβρύων μπορούν να μειώσουν την υπερδιέγερση και τις πολύδυμες κυήσεις, αντίστοιχα.

Οι γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες που υποβάλλονται σε εξωσωματική γονιμοποίηση έχουν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν σύνδρομο υπερδιέγερσης ωοθηκών (ΣΥΩ) (ovarian hyperstimulation syndrome – OHSS). Το ΣΥΩ προκαλείται από τη χορήγηση hCG, την τελευταία ένεση του προγράμματος, σε συνδυασμό με την παρουσία μεγάλου αριθμού ωοθυλακίων, και, ανάλογα με τα συμπτώματα, μπορεί να είναι ήπιας, μέτριας ή σοβαρής μορφής.

Η συμβολή της Ευγονίας

Έχουμε δημοσιεύσει τη μεγαλύτερη μελέτη στη διεθνή βιβλιογραφία για γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες που υποβλήθηκαν σε εξωσωματική γονιμοποίηση. Η μελέτη δείχνει ότι το πρωτόκολλο ανταγωνιστών (Flexible GnRH antagonist protocol) σχετίζεται με σημαντικά μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης ΣΥΩ, σε σύγκριση με το παραδοσιακό μακρό πρωτόκολλο (long protocol), ταυτόχρονα διατηρώντας τα υψηλά ποσοστά κύησης.

Επομένως το πρωτόκολλο ανταγωνιστών μπορεί να θεωρηθεί ασφαλέστερο και να αποτελεί το πρωτόκολλο επιλογής για τις γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες που υποβάλλονται σε εξωσωματική.

Flexible GnRH antagonist protocol versus GnRH agonist long protocol in patients with polycystic ovary syndrome treated for IVF: a prospective RCT. Trifon G Lainas, Ioannis A Sfontouris, Ioannis Z Zorzovilis, George K Petsas, George T Lainas, Efthymia Alexopoulou, Efstratios M Kolibianakis Human Reproduction, 2010, Vol 25, No 3, pp. 683-689 Δείτε τη δημοσίευση

Σε άλλη μελέτη που χρησιμοποιήθηκε διαφορετικό πρωτόκολλο ανταγωνιστή (D1) βρέθηκε επίσης στατιστικά μειωμένη πιθανότητα εμφάνισης ΣΥΩ. Η μελέτη αφορούσε γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες και η σύγκριση αφορούσε το παραδοσιακό μακρό με διαφορετικό πρωτόκολλο ανταγωνιστή. Εδώ ο ανταγωνιστής χορηγήθηκε την 1η ημέρα διέγερσης (αντί της προεπιλεγμένης 6ης (D6) ή της ευέλικτης χορήγησης ανταγωνιστή – Flexible με βάση κριτήρια).

Initiation of GnRH antagonist on Day 1 of stimulation as compared to the long agonist protocol in PCOS patients. A randomized controlled trial: effect on hormonal levels and follicular development. Lainas TG, Petsas GK, Zorzovilis IZ, Iliadis GS, Lainas GT, Cazlaris HE, Kolibianakis EM Human Reproduction, 2007, Vol. 22, No 6, pp. 1540-1546 Δείτε τη δημοσίευση

Η προλακτίνη (PRL) εκκρίνεται από τον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης κατά ώσεις και η έκκρισή της επηρεάζεται κυρίως από τον ανασταλτικό υποθαλαμικό παράγοντα τον PIF (prolactin inhibitor factor) αλλά και από διεγερτικούς όπως η TRH, το VIP, η σεροτονίνη, τα ενδογενή οπιοειδή, η ισταμίνη κ.ά. Υπερπρολακτιναιμία διαπιστώνεται όταν τα επίπεδα της προλακτίνης του αίματος είναι μεγαλύτερα από 20 ng/ml. Τα υψηλά επίπεδα προλακτίνης αναστέλλουν την έκκριση GnRH με αποτέλεσμα τη μείωση των FSH, LH.

Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί να είναι ιδιοπαθής, ενώ στα κυριότερα αίτια που την προκαλούν συμπεριλαμβάνονται: το άγχος (συχνότερη αιτία), το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, ο υποθυρεοειδισμός, τα φάρμακα, τα μικροπρολακτινώματα και προλακτινώματα, ο ερεθισμός της θηλής, η εγχείρηση στον μαστό και ο έρπης ζωστήρας.

Τα συμπτώματα της υπερπρολακτιναιμίας περιλαμβάνουν γαλακτόρροια, διαταραχές εμμήνου ρύσεως όπως ολιγομηνόρροια, αμηνόρροια, ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης, μειωμένη libido και υπογονιμότητα. Η γαλακτόρροια εμφανίζεται με έκκριση γαλακτώδους ή υδαρούς υγρού από τους μαστούς και εμφανίζεται στο 1/3 των γυναικών με υψηλά επίπεδα προλακτίνης. Η υπερπρολακτιναιμία συνοδεύει αδενώματα (όγκους) της υπόφυσης που παράγουν προλακτίνη, υποθυρεοειδισμό λόγω έκκρισης TRH και σπανίως το σύνδρομο Cushing, τη μεγαλακρία κ.ά. Σε μικρό αριθμό γυναικών με γαλακτόρροια και υπερπρολακτιναιμία μπορεί να υποκρύπτεται υποθυρεοειδισμός. Οι γυναίκες αυτές έχουν χαμηλά επίπεδα θυροξίνης και επομένως υψηλά επίπεδα TSH και προλακτίνης.

Στα φάρμακα που προκαλούν υπερπρολακτιναιμία συμπεριλαμβάνονται: αντιυπερτασικά, αντιισταμινικά, πολλά αντισυλληπτικά, οιστρογόνα, ανταγωνιστές ντοπαμίνης, αμφεταμίνες, σιμετιδίνη, διάφορα ψυχοφάρμακα. Οι συναγωνιστές της ντοπαμίνης (βρωμοκρυπτίνη, καμπεργολίνη, κιναγολίδη) και τα φάρμακα για τον υποθυρεοειδισμό είναι αποτελεσματικές θεραπείες.

Ο υποθάλαμος αποτελεί τον σύνδεσμο μεταξύ των ανωτέρων εγκεφαλικών κέντρων, του νευρικού συστήματος και του ενδοκρινικού συστήματος. Σαν επικεφαλής αδένας εκκρίνει την ορμόνη GnRH, η οποία διεγείρει την υπόφυση και προκαλεί έκκριση των γοναδοτροπινών. Με τη σειρά τους, η FSH και η LH επιδρούν στην ωοθήκη και πυροδοτούν την έναρξη και τη συνέχεια του αναπαραγωγικού κύκλου. Είναι αυτονόητο ότι οποιαδήποτε μεταβολή αυτού του μηχανισμού μπορεί να προκαλέσει υπογονιμότητα.

Κυριότερα αίτια υπογοναδοτροπικού υπογοναδισμού αποτελούν: ο ιδιοπαθής υπογοναδισμός (πρωτοπαθής διαταραχή υποθαλάμου-υπόφυσης), το υπερβολικό άγχος, το σύνδρομο Kallman (υποθαλαμική βλάβη), αλλά και η ψυχογενής ανορεξία (anorexia nervosa), η απότομη απώλεια βάρους, η παχυσαρκία, η επίπονη φυσική άσκηση, η καταστροφή του υποθαλάμου και το σύνδρομο Sheehan (υποφυσιακή ανεπάρκεια).

Άλλες παθολογικές καταστάσεις από την υπόφυση περιλαμβάνουν τραυματισμούς, καταπληξία του αδένα, το σύνδρομο κενού τουρκικού εφιππίου κ.λπ. Ο υπογοναδοτροπικός υπογοναδισμός διαγιγνώσκεται από τα χαμηλά επίπεδα FSH και LH (<5 mIU/ml), τα χαμηλά επίπεδα Ε2 (<40 pg/ml) και την αρνητική δοκιμασία προγεστερόνης. Η θεραπεία γίνεται με GnRHa και γοναδοτροπίνες.

Σύνδρομο Kallman
Είναι σπάνια πάθηση, αλλά η πιο συχνή μορφή υποθαλαμικής βλάβης, κατά την οποία δεν εκκρίνεται GnRH. Ως συνέπεια παρατηρείται αμηνόρροια ή ανωοθυλακιορρηξία λόγω υπογοναδοτροπικού υπογοναδισμού. Χαρακτηρίζεται επίσης από ανοσμία ή υποσμία, λόγω υποπλασίας των οσφρητικών λοβών και συνοδεύεται συχνά από λαγώχειλο, λυκόστομα και άλλες συγγενείς ανωμαλίες. Το σύνδρομο αυτό μεταβιβάζεται γενετικά.

Ψυχογενής ανορεξία (anorexia nervosa)
Πρόκειται για ψυχοσωματικό σύνδρομο που εμφανίζεται συνήθως στην εφηβική ηλικία, μεταξύ 10ου και 30ου έτους. Είναι συχνότερο στα κορίτσια και σπάνιο στα αγόρια. Εκδηλώνεται με μεγάλη απώλεια βάρους (τουλάχιστον 25% από το κανονικό) και αμηνόρροια οφειλόμενη σε διαταραχή της έκκρισης GnRH.

Απώλεια βάρους
Απώλεια μεγαλύτερη από 15% του συνήθους σωματικού βάρους μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια. Η ακριβής επίδραση του βάρους στην υπογονιμότητα είναι άγνωστη. Η μεταβολή στο πηλίκο μυών / λίπους μπορεί να επηρεάσει την έκκριση της GnRH, επαναφέροντας τον υποθάλαμο στην προεφηβική περίοδο.

Παχυσαρκία
Η παχυσαρκία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανωοθυλακιορρηξία, διότι συνοδεύεται από ορμονικές ανωμαλίες όπως ελαττωμένη SHBG, υψηλά επίπεδα Ε2 στο αίμα και αυξημένα επίπεδα ανδρογόνων.

Επίπονη φυσική άσκηση
Οι γυναίκες που ασκούνται έντονα έχουν μεγάλη πιθανότητα εμφάνισης ανωμαλιών του κύκλου με ανωοθυλακιορρηξία διότι η άσκηση φαίνεται ότι μειώνει τις γοναδοτροπίνες και αυξάνει την προλακτίνη. Τα δύο τρίτα των γυναικών δρομέων εμφανίζουν μικρή ωχρινική φάση ή ανωοθυλακιορρηξία.

Η επιστροφή στο ιδανικό σωματικό βάρος και τη φυσιολογική άσκηση συχνά επαναφέρει τη γονιμότητα χωρίς άλλη θεραπεία. Επομένως, σε γυναίκες με πολύ αυξημένο ή μειωμένο σωματικό βάρος πρέπει να εφαρμόζεται ειδική διαιτολογική διατροφή πριν την εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης θεραπείας.

Καταστροφή του υποθαλάμου
Καταστροφή του υποθαλάμου είναι δυνατόν να προέλθει από νεοπλασίες, φυματίωση, μεταστατικά καρκινώματα, κρανιακές κακώσεις, ακτινοθεραπεία κ.α., που έχουν ως συνέπεια την πρόκληση διαταραχών της έκκρισης GnRH με τα αναμενόμενα επακόλουθα.

Σύνδρομο Sheehan
Το σύνδρομο Sheehan είναι σπάνια πάθηση, αλλά συνιστά την πιο κοινή αιτία υποφυσιακής ανεπάρκειας. Προκαλείται από μερική ή ολική νέκρωση της υπόφυσης, από αιμορραγία μετά τον τοκετό και θρόμβωση των αγγείων της υπόφυσης σε συνδυασμό με διάχυτη ενδαγγειακή πήξη. Εκδηλώνεται αμέσως μετά τον τοκετό με έλλειψη παραγωγής γάλακτος, υπερπυρεξία, υπόταση, αμηνόρροια. Τα εργαστηριακά ευρήματα είναι χαρακτηριστικά με ποικίλη ελάττωση όλων των ορμονών που παράγονται από την υπόφυση.

Διαγιγνώσκεται συνήθως από διαταραχές του κύκλου που συνοδεύονται από υψηλά επίπεδα γοναδοτροπινών και φυσιολογικά επίπεδα προλακτίνης. Συνήθως υποδεικνύουν επικείμενη ανεπάρκεια ωοθηκών που συνοδεύεται από υψηλά επίπεδα FSH (> 20 mIU/ml), αλλά και χαμηλά επίπεδα Ε2. Όταν η ωοθηκική ανεπάρκεια συμβαίνει σε ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 30 ετών ονομάζεται πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 30 ετών πρέπει να πραγματοποιείται καρυότυπος, διότι παρατηρούνται χρωμοσωματικές ανωμαλίες σε ποσοστό 2-5%.

Η πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια ανευρίσκεται σε ποσοστό 1% όλων των περιπτώσεων υπογονιμότητας και σε ποσοστό 10% των γυναικών με αμηνόρροια στην αναπαραγωγική ηλικία. Η αιτιολογία είναι γενικώς άγνωστη, αλλά μπορεί να ενοχοποιηθούν γενετικοί παράγοντες, αυτοάνοσα νοσήματα, καταστροφή των ωοθηκών από ακτινοβολία ή χημειοθεραπεία, άγνωστα αίτια.

Το σύνδρομο ανθεκτικών ωοθηκών (poor responders) εντοπίζεται στα 2/5 περίπου όλων των περιπτώσεων πρώιμης ωοθηκικής ανεπάρκειας. Στις ασθενείς με αυτό το σύνδρομο τα ωοθυλάκια αδυνατούν να αναπτυχθούν ανταποκρινόμενα στη διέγερση με γοναδοτροπίνες. Το σύνδρομο ανθεκτικών ωοθηκών μπορεί να συνδέεται με αυτοάνοσα νοσήματα, τα οποία οδηγούν σε σοβαρή μείωση έως και εξαφάνιση των ωοθυλακίων.

Τα χαμηλά οιστρογόνα, η συνακόλουθη υψηλή FSH, η ανυπαρξία καταβολών ωοθυλακίων στο κολπικό υπερηχογράφημα θέτουν τη διάγνωση. Οι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται για παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα και για συστηματικό ερυθηματώδη λύκο. Επίσης μπορεί να ανευρεθούν αντιπυρηνικά και αντιθυρεοειδικά αντισώματα, όπως και ρευματοειδής παράγων, δεδομένου ότι οι ασθενείς μπορεί να αναπτύξουν αντισώματα έναντι του ωοθηκικού ιστού. Θεραπευτικώς η πρόκληση ωοθυλακικής ανάπτυξης δίνει εξαιρετικώς πτωχά αποτελέσματα.

Πρωτοπαθής γοναδική δυσγενεσία
Ονομάζεται πρωτοπαθής γοναδική δυσγενεσία ή πλήρης αποτυχία σχηματισμού των ωοθηκών κατά την εμβρυϊκή ζωή. Η καθολική απουσία ωοθυλακίων αντιμετωπίζεται με δωρεά ωαρίων, αφού προηγουμένως το ενδομήτριο έχει προετοιμασθεί με ορμονική θεραπεία υποκατάστασης.

Σύνδρομο κενού ωοθυλακίου
Είναι σπάνιο. Τεκμηριώνεται όταν σε δύο κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης δεν υπάρχουν ωάρια ή κύτταρα του ωοφόρου λόφου, ενώ υπάρχουν κοκκιώδη κύτταρα σε διάφορα ωοθυλάκια που αναρροφήθηκαν.

Οι διαταραχές αυτές αφορούν την περίοδο μετά τη ρήξη του ωοθυλακίου (ωοθυλακιορρηξία) που αποτελεί τη δεύτερη φάση του γεννητικού κύκλου και ονομάζουμε ωχρινική. Οι κυριότερες ωχρινικές διαταραχές είναι:

Ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης
Πρόκειται για δυσλειτουργία του ωχρού σωματίου, το οποίο παράγει ανεπαρκή ποσότητα προγεστερόνης με αποτέλεσμα την βραχεία διάρκεια της εκκριτικής φάσης του κύκλου. Περίπου 3% έως 4% των υπογόνιμων γυναικών εμφανίζουν ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης, ενώ το ποσοστό είναι υψηλότερο σε γυναίκες με επανειλημμένες αποβολές. Η συχνότητα αυξάνει σε γυναίκες ηλικίας μεγαλύτερης των 35 ετών.

Η ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκή ανάπτυξη του ωοθυλακίου υπό την επίδραση των γοναδοτροπινών, ή σε ασαφές κύμα της LH που τελικώς προκαλεί ανεπαρκή παραγωγή προγεστερόνης από τα κοκκιώδη κύτταρα. Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί επίσης να οδηγήσει σε ανώμαλη ωχρινική φάση. Έτσι, επίπεδα προλακτίνης μεγαλύτερα των 40 ng/ml μπορεί να ευθύνονται, ως έναν βαθμό, για τη δυσλειτουργία του ωχρού σωματίου. Η ανεπάρκεια της ωχρινικής φάσης μπορεί επίσης να είναι συνέπεια συστηματικών παθήσεων, αυξημένης σωματικής άσκησης, χορήγησης φαρμάκων κ.λπ.

Κλινική υποψία για ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης εγείρουν τα παρακάτω σημεία:

  • Ωχρινική φάση διάρκειας μικρότερης των 11 ημερών, τεκμηριωμένη με θερμομετρικό διάγραμμα και με φυσιολογικά επίπεδα προγεστερόνης στο μέσον της.
  • Ωχρινική φάση κανονικής διάρκειας (14±2 ημέρες), με χαμηλά επίπεδα προγεστερόνης στο μέσον της.
  • Επίπεδα προγεστερόνης μεγαλύτερα των 5 ng/ml και μικρότερα των 10 ng/ml στο μέσον της ωχρινικής φάσης (6-8 ημέρες πριν την έμμηνο ρύση).
  • Ανεξήγητη υπογονιμότητα, ή ιστορικό καθ' έξιν αποβολών.

Δεδομένου ότι τα επίπεδα της προγεστερόνης ποικίλλουν από κύκλο σε κύκλο, χρειάζονται δύο συνεχόμενα επίπεδα προγεστερόνης για τη διάγνωση. Επίπεδα προγεστερόνης >10 ng/ml, αλλά <20 ng/ml πιστοποιούν ωοθυλακιορρηξία. Επίπεδα προγεστερόνης μεγαλύτερα των 20 ng/ml πιστοποιούν επαρκή ωχρινική λειτουργία.

Η διάγνωση τεκμηριώνεται με βιοψία ενδομητρίου 1-3 ημέρες πριν την περίοδο. Όταν η ανάπτυξη του ενδομητρίου υπολείπεται περισσότερο από 2 ημέρες, τότε υπάρχει ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης. Σπάνια αναφέρεται έλλειψη υποδοχέων προγεστερόνης στο ενδομήτριο. Γενικώς ως αποτέλεσμα προκύπτει η ελλιπής ανάπτυξη του ενδομητρίου.

Η ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης παραμένει αμφισβητούμενη στον φυσικό κύκλο, δεδομένου ότι είχαν παρατηρηθεί επιτυχείς κυήσεις παρά τη διάγνωση. Η υποστήριξη της ωχρινικής φάσης με φαρμακευτική προγεστερόνη είναι συνήθως απαραίτητη όταν χρησιμοποιούνται ανάλογα της GnRH και γοναδοτροπίνες για πρόκληση πολλαπλής ανάπτυξης ωοθυλακίων.

Δείτε ακόμη: Γιατί χορηγούμε φάρμακα στην εξωσωματική

Κύστεις ωχρού σωματίου
Δημιουργούνται μετά την ωοθυλακιορρηξία και παριστούν κυστική μετατροπή του ωχρού σωματίου. Συνήθως δεν προκαλούν συμπτώματα ή μπορεί να εμφανίζουν εικόνα επίμονου ωχρού σωματίου και υποχωρούν επίσης αυτόματα.

Είναι αγνώστου αιτιολογίας και όταν είναι πολλαπλές παρατηρούνται μετά από τη χορήγηση ωοθυλακιορρηκτικών φαρμάκων. Είναι συχνότερες σε γυναίκες με ανεξήγητη υπογονιμότητα και υψηλές τιμές FSH την 3η ημέρα του κύκλου. Η διάγνωση γίνεται κυρίως με το υπερηχογράφημα, τους ορμονικούς προσδιορισμούς και την κλινική εξέταση. Σε σπάνιες περιπτώσεις ρήξης της κύστης, όταν αυτή είναι αιμορραγική, τα συμπτώματα προέρχονται από τη μεγάλη ενδοκοιλιακή αιμορραγία και ομοιάζουν με αυτά της εξωμητρίου κυήσεως. Η κατάσταση αντιμετωπίζεται κυρίως λαπαροσκοπικά.

Σύνδρομο ωχρινοποιημένου άρρηκτου ωοθυλακίου (L.U.F.)
Πρόκειται για διαταραχή του ωοθυλακίου και όχι του ωχρού σωματίου. Κατ' αυτήν το ωοθυλάκιο μπορεί να ωχρινοποιείται και να διαφοροποιείται σε ωχρό σωμάτιο (εκκρίνοντας προγεστερόνη) χωρίς να ρήγνυται και χωρίς να επιτρέπει στο ωάριο να απελευθερωθεί. Το σύνδρομο του ωχρινοποιημένου άρρηκτου ωοθυλακίου μπορεί να συμβεί περιστασιακά, αλλά δεν είναι σαφές το κατά πόσον αποτελεί μείζον αίτιο υπογονιμότητας.

Επίμονο ωχρό σωμάτιο
Αποτελεί παράταση της ζωής του ωχρού σωματίου. Το ωχρό σωμάτιο δεν υποχωρεί μετά από 14 περίπου ημέρες από την ημέρα της ωοθυλακιορρηξίας, παρ' όλο που δεν έχει επιτευχθεί κύηση. Η παύση της λειτουργίας του ωχρού σωματίου είναι γνωστή ως ωχρινόλυση. Τα αίτια της ωχρινόλυσης είναι πολλά, παρ' όλα αυτά όμως ο μηχανισμός της παραμένει αδιευκρίνιστος. Το επίμονο ωχρό σωμάτιο προκαλεί ποικίλης χρονικής διάρκειας παράταση της εκκριτικής φάσης του κύκλου. Κλινικώς, η κατάσταση εμφανίζεται με αμηνόρροια. Η συνεχώς παραγόμενη προγεστερόνη συντηρεί το ενδομήτριο σε εκκριτική φάση. Η διάγνωση γίνεται από το ιστορικό και με τη βοήθεια υπερηχογραφήματος. Το επίμονο ωχρό σωμάτιο προκαλεί διαταραχή του κύκλου, αλλά δεν αποτελεί μείζον αίτιο υπογονιμότητας.

Δείτε ακόμη: Κύστεις ωοθηκών

Οζώδης ισθμική σαλπιγγίτιδα (υστεροσαλπιγγογραφική εικόνα, αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).
Οζώδης ισθμική σαλπιγγίτιδα (υστεροσαλπιγγογραφική εικόνα, αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Ο σαλπιγγικός και περιτοναϊκός παράγων είναι η κύρια αιτία υπογονιμότητας στο 11-30% των υπογόνιμων ζευγαριών και συνίσταται είτε σε σαλπιγγική βλάβη φλεγμονώδους αιτιολογίας (απόφραξη σαλπίγγων, υδροσάλπιγγα, συμφύσεις), είτε σε ενδομητρίωση.

Διάφορες παθολογικές αλλοιώσεις συμβαίνουν ύστερα από ενδογενείς φλεγμονές: οξεία σαλπιγγίτιδα, χρόνια σαλπιγγίτιδα, πυοσάλπιγγα, οζώδη σαλπιγγίτιδα.

Οι παθολογοανατομικές βλάβες της σάλπιγγας έχουν άμεση σχέση με την παρεμπόδιση της παραλαβής του ωαρίου από τους κροσσούς και την είσοδό του στο σαλπιγγικό στόμιο. Επίσης, οι φλεγμονώδεις βλάβες μπορεί να επιδράσουν στην κινητικότητα της σάλπιγγας, στην παραγωγή του ενδοσαλπιγγικού υγρού και στη λειτουργία των κροσσωτών κυττάρων.

Η ενδομητρίωση αποτελεί σημαντικό παράγοντα, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει βλάβες στη σάλπιγγα. Οι βλάβες αυτές ενδέχεται να οδηγήσουν μέχρι και σε απόφραξη, δημιουργώντας πλέον μηχανικό παράγοντα υπογονιμότητας, αφού είναι γνωστό ότι φυσιολογικώς η γονιμοποίηση γίνεται στη σάλπιγγα.

Οι ελαφρές βλάβες των σαλπίγγων μπορεί να αφορούν την παραλαβή του ωαρίου, τη γονιμοποίησή του, ή τη μεταφορά του. Οι βλάβες αυτές μπορεί να οφείλονται σε:

  • Συμφύσεις, που διαταράσσουν την ανατομική σχέση της σάλπιγγας με την ωοθήκη (σαλπιγγωοθηκική σχέση), που προκαλούν γωνιώσεις της σάλπιγγας, φίμωση ή συμφύσεις μεταξύ των κροσσών.
  • Παράγοντες που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία του αυλού της σάλπιγγας, συνήθως μετά από φλεγμονή (σαλπιγγίτιδα), ή ενδομητρίωση.
Συμφύσεις σάλπιγγας, μήτρας-εντέρου. Οι συμφύσεις χαρακτηρίζονται ως λεπτές και διαφανείς και λύνονται εύκολα με τη βοήθεια του laser CO2 (λαπαροσκοπική εικόνα).
Συμφύσεις σάλπιγγας, μήτρας-εντέρου. Οι συμφύσεις χαρακτηρίζονται ως λεπτές και διαφανείς και λύνονται εύκολα με τη βοήθεια του laser CO2 (λαπαροσκοπική εικόνα).
Κυστική εκφύλιση των κροσσών της σάλπιγγας. Μπορεί να συνυπάρχει με ενδομητρίωση (λαπαροσκοπική εικόνα).
Κυστική εκφύλιση των κροσσών της σάλπιγγας. Μπορεί να συνυπάρχει με ενδομητρίωση (λαπαροσκοπική εικόνα).
 
Εκτεταμένες συμφύσεις πυέλου, αποτέλεσμα βαριάς φλεγμονώδους εξεργασίας (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εκτεταμένες συμφύσεις πυέλου, αποτέλεσμα βαριάς φλεγμονώδους εξεργασίας (λαπαροσκοπική εικόνα).

Οι βαριές βλάβες των σαλπίγγων είναι συνήθως εκείνες που προκαλούν πλήρη απόφραξη του αυλού. Μπορεί να οφείλονται:

  • σε φλεγμονή της σάλπιγγας (σαλπιγγίτιδα),
  • σε γειτνιάζουσες φλεγμονώδεις νόσους, όπως σκωληκοειδίτιδα,
  • σε χειρουργικές επεμβάσεις στην πύελο που είχαν φλεγμονώδεις επιπλοκές.

Η απόφραξη είναι δυνατόν να εντοπισθεί στον ισθμό, στη λήκυθο, ή στον κώδωνα της σάλπιγγας.

Η απόφραξη των σαλπίγγων φλεγμονώδους αιτιολογίας είναι συνήθως συνέπεια λοίμωξης από χλαμύδια ή γονόρροια, αλλά και από άλλα μικρόβια.

Κομβολογιοειδής εμφάνιση σάλπιγγας. Σε αρκετές περιπτώσεις συνυπάρχει περιτοναϊκή ενδομητρίωση (λαπαροσκοπική εικόνα).
Κομβολογιοειδής εμφάνιση σάλπιγγας. Σε αρκετές περιπτώσεις συνυπάρχει περιτοναϊκή ενδομητρίωση (λαπαροσκοπική εικόνα).
Κομβολογιοειδής εμφάνιση σάλπιγγας. Σε αρκετές περιπτώσεις συνυπάρχει περιτοναϊκή ενδομητρίωση (λαπαροσκοπική εικόνα).
Κομβολογιοειδής εμφάνιση σάλπιγγας. Σε αρκετές περιπτώσεις συνυπάρχει περιτοναϊκή ενδομητρίωση (λαπαροσκοπική εικόνα).

Σύνδρομο Fitz-Curtis-Hugh. Χαρακτηριστική λαπαροσκοπική εικόνα δεξιού υποχονδρίου με συμφύσεις δίκην χορδών.
Σύνδρομο Fitz-Curtis-Hugh. Χαρακτηριστική λαπαροσκοπική εικόνα δεξιού υποχονδρίου με συμφύσεις δίκην χορδών.

Η λοίμωξη από χλαμύδια (Chlamydia trachomatis) είναι ένα ασυμπτωματικό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Λόγω έλλειψης θορυβωδών συμπτωμάτων, η γυναίκα δεν υποψιάζεται τη φλεγμονή έως ότου διαπιστώσει την υπογονιμότητα. Η χλαμυδιακή λοίμωξη προσβάλλει αρχικά τα κύτταρα του τραχήλου και δια της μήτρας μπορεί να προσβάλλει τις σάλπιγγες. Τα αμβληχρά συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν κίτρινο κρεμώδες υγρό, πιθανή πυώδη κολπική έκκριση, δυσουρία, αιμόρροια μετά από σεξουαλική επαφή.

Ο κίνδυνος υπάρχει όταν η φλεγμονή διασπαρεί προς τις σάλπιγγες, οπότε προκαλείται είτε ύπουλη, σχεδόν ασυμπτωματική φλεγμονή με ήπιο πόνο στο υπογάστριο, είτε οξύ επεισόδιο πυελικής φλεγμονής με έντονο πόνο, ευαισθησία και πυρετό.

VIDEO: Σύνδρομο Fitz-Curtis-Hugh. Παρατηρείται το δεξιό υποχόνδριο με συμφύσεις δίκην χορδών.

Μερικές φορές η χλαμυδιακή λοίμωξη, εκτός από τη γυναικολογική εντόπιση, μπορεί να εκδηλώνεται ως αμβληχρή χολοκυστίτιδα-περιηπατίτιδα. Η μορφή αυτή είναι γνωστή ως σύνδρομο Fitz-Curtis-Hugh. Το σύνδρομο διαγιγνώσκεται από μια χαρακτηριστική λαπαροσκοπική εικόνα που περιλαμβάνει συμφύσεις μεταξύ ήπατος και περιτοναίου στο δεξιό υποχόνδριο, οι οποίες ομοιάζουν με χορδές βιολιού, καθώς και εκτεταμένες συμφύσεις στην πύελο, απόφραξη σαλπίγγων κ.λπ.

Όταν η σάλπιγγα είναι κλειστή στο τελικό της άκρο (τον κώδωνα) συνήθως εμπεριέχει υγρό και ονομάζεται υδροσάλπιγγα, η οποία αποτελεί παράγοντα χρόνιας φλεγμονής. Σε αυτή την περίπτωση η σάλπιγγα διατείνεται και η λειτουργία των κροσσωτών κυττάρων διακόπτεται. Ενίοτε, το υγρό των υδροσαλπίγγων, ή οι παραγόμενες τοξικές ουσίες, είναι πιθανόν να εμποδίζουν την ανάπτυξη και την εμφύτευση του εμβρύου σε προγράμματα εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Υδροσάλπιγγα δεξιά (λαπαροσκοπική εικόνα).
Υδροσάλπιγγα δεξιά (λαπαροσκοπική εικόνα).
Υδροσάλπιγγα αριστερά. Η δεξιά σάλπιγγα σκιαγραφείται έως τον ισθμό (υστεροσαλπιγγογραφική εικόνα, αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).
Υδροσάλπιγγα αριστερά. Η δεξιά σάλπιγγα σκιαγραφείται έως τον ισθμό (υστεροσαλπιγγογραφική εικόνα, αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Η διάγνωση των υδροσαλπίγγων γίνεται κυρίως με την υστεροσαλπιγγογραφία και τεκμηριώνεται με την λαπαροσκόπηση. Το κολπικό υπερηχογράφημα έχει μεγάλη εξειδίκευση αλλά πτωχή ευαισθησία στη διάγνωση των υδροσαλπίγγων. Υπάρχουν μάλιστα αρκετοί που θεωρούν επιβεβλημένη την αφαίρεση ή την απολίνωση των σαλπίγγων οπωσδήποτε πριν από την εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης, λόγω της αρνητικής επίπτωσής τους στα αποτελέσματα κυήσεων. Η αφαίρεση ή η απολίνωση των σαλπίγγων είναι προτιμότερο να γίνεται με κριτήρια, διότι έχει παρατηρηθεί ικανοποιητικό ποσοστό κυήσεως στην εξωσωματική γονιμοποίηση χωρίς χειρουργική αφαίρεση ή απολίνωση των υδροσαλπίγγων. Μερικά από τα κριτήρια για σαλπιγγεκτομή περιλαμβάνουν: μεγάλη διάταση των υδροσαλπίγγων που είναι εμφανής στο κολπικό υπερηχογράφημα, υδροσάλπιγγες με παχέα τοιχώματα και αποτυχία μίας ή δύο συνεχόμενων προσπαθειών εξωσωματικής γονιμοποίησης με καλής ποιότητας έμβρυα (έμβρυα με ικανοποιητικό αριθμό και καλή μορφολογία βλαστομεριδίων).

Θεραπεία υδροσάλπιγγας

Η χειρουργική αντιμετώπιση των υδροσαλπίγγων μπορεί να αφορά τη διάνοιξή τους (σαλπιγγοστομία) ή την εξαίρεσή τους (σαλπιγγεκτομή). Το είδος της επέμβασης αποφασίζεται με βάση τον βαθμό διατάσεως που εμφανίζουν οι υδροσάλπιγγες στην υστεροσαλπιγγογραφία, τη λαπαροσκοπική τους εμφάνιση και το ιστορικό.

Σαλπιγγοστομία είναι η διάνοιξη των υδροσαλπίγγων και αποφασίζεται σε περιπτώσεις υδροσαλπίγγων με μικρή διάταση, λεπτά τοιχώματα και διατήρηση της πτύχωσης στην υστεροσαλπιγγογραφία. Η υστεροσαλπιγγογραφική εκτίμηση όχι μόνο δεν αποτελεί περιττή εξέταση πριν τη λαπαροσκόπηση αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. υδροσάλπιγγες) είναι απαραίτητη για την προεγχειρητική εκτίμηση και επιλογή της θεραπευτικής αντιμετώπισης. Η επέμβαση εκτελείται λαπαροσκοπικώς με μικροχειρουργικές τεχνικές. Η χειρουργική τεχνική περιλαμβάνει τη διάνοιξη της σάλπιγγας και την εκστροφή του άκρου της "δίκην μανσέτας".

Διάνοιξη της σάλπιγγας – σαλπιγγοστομία. Ακολουθεί η εκστροφή των χειλέων της σάλπιγγας, δίκην μανσέτας, με τη βοήθεια SwiftLase: κλασική εφαρμογή laser λαπαροσκοπικής χειρουργικής (λαπαροσκοπική εικόνα).
Διάνοιξη της σάλπιγγας – σαλπιγγοστομία. Ακολουθεί η εκστροφή των χειλέων της σάλπιγγας, δίκην μανσέτας, με τη βοήθεια SwiftLase: κλασική εφαρμογή laser λαπαροσκοπικής χειρουργικής (λαπαροσκοπική εικόνα).
Τελικό αποτέλεσμα σαλπιγγοστομίας με laser λαπαροσκοπική χειρουργική.
Τελικό αποτέλεσμα σαλπιγγοστομίας με laser λαπαροσκοπική χειρουργική.

Η σαλπιγγοστομία προσφέρει σε ορισμένες περιπτώσεις πάνω από 80% διαβατότητα και μέχρι 25% λειτουργικότητα. Η λαπαροσκοπική κωδωνοπλαστική και σαλπιγγοστομία σε υλικό των Donnez και Dubuisson έδωσε ποσοστά 28,5% ενδομήτριας και 6,1% εξωμήτριας κύησης. Σήμερα, με την πρόοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης, η σαλπιγγοστομία μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση για την υπογονιμότητα σαλπιγγικής αιτιολογίας, ενώ στο παρελθόν αποτελούσε μοναδική λύση.

Η εκτομή της σάλπιγγας προτείνεται σε περιπτώσεις υδροσάλπιγγας με παχέα τοιχώματα, μεγάλη διάταση με έλλειψη πτύχωσης, ή σε άλλες βαριές αλλοιώσεις.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση του σαλπιγγικού παράγοντα είναι χειρουργική, με εφαρμογή των αρχών της μικροχειρουργικής.

Λύση περιωοθηκικών συμφύσεων με laser CO2 (λαπαροσκοπική εικόνα).
Λύση περιωοθηκικών συμφύσεων με laser CO2 (λαπαροσκοπική εικόνα).

Το είδος της χειρουργικής επέμβασης εξαρτάται από το σημείο και το είδος της βλάβης. Μπορεί να αφορά λύση συμφύσεων (περισαλπιγγικών – περιωοθηκικών), κωδωνοπλαστική, σαλπιγγοστομία, ή αναστόμωση σάλπιγγας.

Δείτε ακόμη: Αφαίρεση υδροσαλπίγγων

Είναι η δεύτερη σε συχνότητα, μετά το ινομύωμα, γυναικολογική πάθηση. Ως ενδομητρίωση ορίζεται η ανάπτυξη και η λειτουργία έκτοπου ενδομητρικού ιστού.

Δείτε αναλυτικές πληροφορίες για την νόσο: Ενδομητρίωση – Τι είναι

Οι πιθανοί μηχανισμοί με τους οποίους η ενδομητρίωση εμπλέκεται στην υπογονιμότητα μπορεί να είναι:

  • Mηχανικός: εκτεταμένες συμφύσεις, δυσκίνητες καθηλωμένες ωοθήκες, κακή σαλπιγγωοθηκική σχέση, απόφραξη σαλπίγγων.
  • Διαταραχές ωοθυλακιορρηξίας: ανωοθυλακιορρηξία, ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης, κενό ωοθυλάκιο, ενώ άρρηκτο ωχρινοποιημένο ωοθυλάκιο (σύνδρομο LUF) εμφανίζεται σε ποσοστό 20-60% των ασθενών με ενδομητρίωση.
  • Δυσλειτουργία σαλπίγγων προκαλούν τοξικοί παράγοντες του περιτοναϊκού υγρού, όπως οι προσταγλανδίνες, οι θρομβοξάνες και τα λευκοτριένια.
  • Ελάττωση εμφυτευτικής ικανότητας που αποδίδεται στις ιντεγκρίνες και στην εμβρυοτοξικότητα του περιτοναϊκού υγρού.
  • Τροποποίηση ανοσιακής απόκρισης: μείωση του αριθμού των λεμφοκυττάρων, σχετική αύξηση λεμφοκυττάρων Τ και Β, κυτταροτοξικότητα των φυσικών φονέων (κυττάρων ΝΚ).
  • Ενδοπεριτοναϊκή φλεγμονή με αύξηση του αριθμού και της κινητικότητας των μακροφάγων, αύξηση των επιπέδων IL1, TΝF και προσταγλανδινών.
Ενδαγγείωση. Το κυανούν του μεθυλενίου που εγχέεται από τον τράχηλο υπό πίεση διαγράφει τα αγγεία του μεσοσαλπιγγίου. Οι σάλπιγγες δεν είναι διαβατές, ενώ συνυπάρχει ενδομητριωσική κύστη ωοθήκης (χαρακτηριστική λαπαροσκοπική εικόνα).
Ενδαγγείωση. Το κυανούν του μεθυλενίου που εγχέεται από τον τράχηλο υπό πίεση διαγράφει τα αγγεία του μεσοσαλπιγγίου. Οι σάλπιγγες δεν είναι διαβατές, ενώ συνυπάρχει ενδομητριωσική κύστη ωοθήκης (χαρακτηριστική λαπαροσκοπική εικόνα).
 
 

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Θεραπεία εκλογής αποτελεί ο συνδυασμός laser λαπαροσκοπικής χειρουργικής και φαρμακευτικής αγωγής. Με τη βοήθεια laser CO2 και τη χρήση SwiftLase γίνεται με ασφάλεια και ακρίβεια εξάχνωση των ενδομητριωσικών εστιών, είτε αυτές αφορούν ελαφρές βλάβες περιτοναϊκής ενδομητρίωσης, είτε περιπτώσεις εκτεταμένης ενδομητρίωσης, ή σοκολατοειδών κύστεων. Μετά τη χειρουργική επέμβαση προτείνεται φαρμακευτική αγωγή με συναγωνιστικά ανάλογα της GnRH.

VIDEO: Ενδομητρίωση ορθοκολπικού διαφράγματος.

Η χειρουργική θεραπεία της περιτοναϊκής, ωοθηκικής και της ενδομητρίωσης του ορθοκολπικού διαφράγματος συνήθως συνδυάζεται με φαρμακευτική θεραπεία. Σκοπός της φαρμακευτικής θεραπείας είναι η αναστολή της λειτουργίας του έκτοπου ενδομητρικού ιστού και γίνεται συνήθως με χορήγηση αναλόγων της GnRH (GnRHa).

Η laser λαπαροσκοπική χειρουργική

Αποτελεί την ιδανική μέθοδο για τη θεραπεία της ενδομητρίωσης. Η ακρίβεια της μεθόδου επιτρέπει την εκλεκτική καταστροφή της βλάβης και προφυλάσσει τα γειτονικά ζωτικά όργανα και τον υγιή ωοθηκικό ιστό. Η εξάχνωση με SwiftLase υπερέχει επίσης της καυτηρίασης με χρήση συμβατικών μονάδων ηλεκτροχειρουργικής (διαθερμίες), διότι μόνο με την προσθήκη του SwiftLase επιτυγχάνεται μικρό βάθος εξάχνωσης στον ιστό, το οποίο είναι γνωστό και συγκεκριμένο από ιστολογικές μελέτες και δεν αφήνει υπολείμματα άνθρακα.

Το SwiftLase είναι ένας οπτικομηχανικός σαρωτής (scanner) που αποτελείται από δύο σχεδόν παράλληλους καθρέπτες, οι οποίοι περιστρέφονται με ταχύτητα από ειδικό κινητήρα, με αποτέλεσμα τη γρήγορη κίνηση του ίχνους της εστιασμένης ακτίνας του laser CO2. Έχει αποδειχθεί με ιστολογικές μελέτες (Donnez et al., 1994) ότι με χρήση SwiftLase και ισχύος laser μεγαλύτερης των 30 W επιτυγχάνεται επιφανειακή εξάχνωση της βλάβης χωρίς υπολείμματα άνθρακα. Ο κρατήρας που προκύπτει σε χρόνο 0,1 s έχει διάμετρο 2,5 mm και βάθος 0,2 mm. Δεδομένης της κίνησης του λαπαροσκοπίου με λεπτές, αργές κινήσεις κατά μήκος της επισκοπούμενης βλάβης, το χειρουργικό θεραπευτικό αποτέλεσμα εξάχνωσης της υποκείμενης βλάβης έχει τελικό βάθος 0,05-0,1 mm.

Εξάχνωση περιτοναϊκής ενδομητρίωσης με SwiftLase. (λαπαροσκοπική εικόνα).

Σκοπός της laser λαπαροσκοπικής χειρουργικής στην ενδομητρίωση είναι η λύση πιθανών συμφύσεων, η αποκατάσταση φυσιολογικών ανατομικών σχέσεων, καθώς και η εξάχνωση ή η εξαίρεση όλων των ορατών ενδομητριωσικών εστιών. Η χρησιμοποίηση laser CO2 με προσθήκη SwiftLase επιτρέπει την εξάχνωση εστιών περιτοναϊκής ενδομητρίωσης που βρίσκονται πλησίον ζωτικών οργάνων (ουροδόχος κύστη, έντερο, μεγάλα αγγεία κ.λπ.). Επίσης, η οπισθοπεριτοναϊκή έγχυση φυσιολογικού ορού επιτρέπει την πλήρη εξάχνωση της βλάβης με ασφάλεια.

Η χειρουργική τεχνική

Μικρές επιφανειακές εστίες στην ωοθήκη (διαμέτρου < 1 cm) εξαχνώνονται εύκολα με SwiftLase.

Εξάχνωση μικρού ωοθηκικού ενδομητριώματος (αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Στα ενδομητριώματα της ωοθήκης (διαμέτρου <3 cm) αρχικά διανοίγεται μια οπή μήκους 5 mm με laser CO2 στην κορυφή της κύστης, αναρροφάται το σοκολατοειδές υγρό και το εσωτερικό της κύστης εκπλύνεται σχολαστικά με φυσιολογικό ορό. Μετά την έκπλυση το εσωτερικό της κύστης επισκοπείται προσεκτικά για επιβεβαίωση της απουσίας οιασδήποτε ύποπτης εκβλάστησης στο εσωτερικό της (αποκλεισμός κακοήθειας). Αν υπάρχει η παραμικρή υποψία, δεν ακολουθεί εξάχνωση, αλλά λαμβάνεται και αποστέλλεται ταχεία βιοψία.

Αν το εσωτερικό του ενδομητριώματος είναι ελεύθερο βλαβών, ακολουθεί εξάχνωση με SwiftLase σε υψηλή ισχύ. Έτσι επιτυγχάνεται καταστροφή μόνο του έκτοπου ενδομητρικού επιθηλίου της κύστης (εξάχνωση) χωρίς βλάβη του υποκείμενου υγιούς ωοθηκικού ιστού και χωρίς υπολείμματα άνθρακα. Ακολουθεί σχολαστική έκπλυση των ωοθηκών.

Εξάχνωση ή αφαίρεση των κύστεων

Εξάχνωση ωοθηκικού ενδομητριώματος. Η κύστη έχει διανοιγεί και εξαχνώνεται με SwiftLase. (λαπαροσκοπική εικόνα).

Η χειρουργική πρακτική της εξάχνωσης έναντι της αφαίρεσης αποτελεί τη σωστή αντιμετώπιση, ιδιαίτερα για τα ενδομητριώματα που έχουν μέγεθος μικρότερο των 3 cm. Σύμφωνα με την ταξινόμηση κατά Nezhat (1995), αυτά θεωρούνται ως τα γνήσια ενδομητριώματα, τα οποία είναι σχεδόν αδύνατο να αφαιρεθούν, διότι δεν υπάρχει ούτε ανατομικό ούτε ιστολογικό πλάνο διαχωρισμού του ενδομητριώματος από τον υποκείμενο ωοθηκικό ιστό. Τα ωοθηκικά ενδομητριώματα σύμφωνα με την υπόθεση του Hugheston (1957) είναι το αποτέλεσμα εκκολπώσεως επιφανειακών εμφυτευμάτων ενδομητριωσικού ιστού στην ωοθήκη. Επομένως, στην προσπάθεια αφαίρεσής τους και δημιουργίας ενός φανταστικού και όχι πραγματικού πλάνου διαχωρισμού μεταξύ ενδομητριώματος και ωοθηκικού ιστού, δυστυχώς συναφαιρείται φλοιός της ωοθήκης, ο οποίος περιέχει τη δεξαμενή ωοθυλακίων. Η εξάχνωση ενδομητριωσικής κύστης με προσθήκη SwiftLase υπερέχει έναντι της λαπαροσκοπικής αφαίρεσης της κύστης, διότι μετά τη θεραπεία με SwiftLase παραμένουν μεγαλύτερες ωοθηκικές εφεδρείες, αφού δεν συναφαιρείται έστω και ελάχιστος υγιής ωοθηκικός ιστός.

Εξάχνωση ωοθηκικού ενδομητριώματος. Λεπτομέρεια εξάχνωσης. (λαπαροσκοπική εικόνα).

Σε ενδομητριώματα μεγαλύτερα των 3 cm, μετά την διάνοιξή τους, την έκπλυση και την σχολαστική επισκόπηση για τον αποκλεισμό οποιασδήποτε ενδοκυστικής ύποπτης βλάβης, ακολουθεί προσεκτική αποφλοίωση της κύστης από τον ωοθηκικό ιστό. Εάν αποφλοιώνεται εύκολα, η κύστη εξαιρείται ολόκληρη. Εάν έχει στερρά πρόσφυση διενεργείται εξάχνωση με SwiftLase. Στην περίπτωση που μόνο σημεία του τοιχώματός της συνδέονται στερρά με τον ωοθηκικό ιστό, πραγματοποιείται μερική αφαίρεση της κύστης μέχρι του σημείου που αποκολλάται εύκολα και το υπόλοιπο μέρος της εξαχνώνεται με SwiftLase.

Ο αριθμός γυναικών που αποκτούν το πρώτο τους παιδί μετά την ηλικία των 35 ετών έχει αυξηθεί και πλησιάζει το 50%, σύμφωνα με πρόσφατες στατιστικές των ΗΠΑ. Αυτό οφείλεται σε πολλά, κυρίως κοινωνικά αίτια (συστηματική αντισύλληψη, καριέρα, επιθυμία για οικονομική αυτάρκεια κ.λπ.). Η καθυστέρηση της τεκνοποίησης έχει ως συνέπεια την αύξηση του αριθμού ζευγαριών που χρειάζονται θεραπεία της υπογονιμότητας. Είναι γνωστό ότι η μέγιστη γονιμότητα στη γυναίκα προσδιορίζεται στην ηλικία των 24 ετών (ποσοστό γονιμότητας 86%), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό σε γυναίκες 25-30 ετών είναι περίπου 78%. Σε ηλικία 30-34 ετών η γονιμότητα αρχίζει να μειώνεται (63%) και μετά το 35ο έτος ηλικίας η μείωση είναι αισθητή (52%). Η φυσιολογική κύηση είναι σπανιότατη μετά την ηλικία των 45 ετών (λιγότερο από 0,1%).

Συσχέτιση ηλικίας με ποσοστό γονιμότητας

Συσχέτιση ηλικίας με ποσοστό γονιμότητας στην Εξωσωματική Γονιμοποίηση

Η βιολογική ηλικία των ωοθηκών είναι πιο σημαντική από τη χρονολογική και έχει σχέση με τις εφεδρείες των ωοθηκών. Με τον όρο ωοθηκικές εφεδρείες εννοούμε τα αποθέματα των ωοθηκών σε αριθμό ωοθυλακίων, που εκφράζεται με τη δυναμική των ωοθηκών να στρατολογούν ωοθυλάκια όταν διεγερθούν με φάρμακα. Με την αύξηση της ηλικίας έχουμε μικρότερη ανταπόκριση των ωοθηκών στις εξωγενείς γοναδοτροπίνες. Η ακριβής εκτίμηση των ωοθηκικών εφεδρειών βοηθά στην πρόβλεψη της ανταπόκρισης στη διέγερση, αλλά και στη σωστή πρόγνωση της πιθανότητας επιτυχίας κυήσεως σε κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης. Οι συνήθεις εξετάσεις για τον προσδιορισμό των ωοθηκικών εφεδρειών είναι FSH, E2, κολπικό υπερηχογράφημα για τη μέτρηση του όγκου των ωοθηκών και του αριθμού καταβολών ωοθυλακίων. Τιμές FSH >12 σε συνδυασμό με Ε2 < 55 και μικρό αριθμό καταβολών στο κολπικό υπερηχογράφημα (3η ημέρα του κύκλου) συνδέονται με μειωμένες ωοθηκικές εφεδρείες. Μη συνήθης εξέταση είναι η μέτρηση της ινχιμπίνης-β, ή ανασταλτίνης (τιμή < 45 pg/ml υποδηλώνει πτωχές εφεδρείες), ο GnSAF ή ΑΜΗ (anti-Mullerian hormone) και οι δυναμικές δοκιμασίες. Ιταλοί ερευνητές πραγματοποιώντας μία περίπλοκη στατιστική ανάλυση (multi-variate logistic regression analysis) βρήκαν ότι: ο καλύτερος προγνωστικός δείκτης για τη βιολογική ηλικία των ωοθηκών είναι το basal antral follicle count.Πρόσφατα, η ορμόνη ΑΜΗ έχει περιγραφεί ως ισχυρή ένδειξη των ωοθηκικών εφεδρειών, καθώς και ως προγνωστικός παράγοντας για την πιθανότητα επιτυχίας με εξωσωματική γονιμοποίηση.

Δείτε Επίσης: Τα αίτια υπογονιμότητας με μια ματια 

Ποσοστά επιτυχίας εξωσωματικής γονιμοποίησης

Στα προγράμματα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής συχνά αναφέρεται ο όρος «πτωχή ανταπόκριση». Αυτό σημαίνει ότι οι ωοθήκες των γυναικών αυτών έχουν αισθητά μειωμένη ανταπόκριση στις φαρμακευτικές γοναδοτροπίνες που χορηγούνται για την πρόκληση πολλαπλής ανάπτυξης ωοθυλακίων.

Οι γυναίκες με πτωχή ανταπόκριση (poor responders) έχουν μικρότερη παραγωγή ωαρίων και μικρότερα ποσοστά επιτυχίας κυήσεων στα προγράμματα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσοστά των γυναικών με κανονική ανταπόκριση (normal responders) και αυτών με αυξημένη ανταπόκριση (hyper responders). Δυστυχώς δεν υπάρχει διεθνώς ένας ενιαία αποδεκτός προσδιορισμός της πτωχής ανταπόκρισης. Πάντως οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι στο φάσμα των γυναικών αυτών περιλαμβάνονται γυναίκες, οι οποίες σε προγράμματα εξωσωματικής γονιμοποίησης απέδωσαν λιγότερα από 4-5 ώριμα ωάρια αν και χρησιμοποιήθηκαν μεγάλες δόσεις γοναδοτροπινών και διαφορετικά θεραπευτικά πρωτόκολλα.

Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η πτωχή ανταπόκριση θεωρείται από τα πρώτα σημεία πρώιμης ωοθηκικής ανεπάρκειας (πρόωρης κλιμακτηρίου).

Στην αιτιολογία συμπεριλαμβάνονται γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες, εγχειρήσεις των ωοθηκών, ενδομητρίωση, ανοσολογικοί παράγοντες, άγνωστη αιτιολογία κ.ά. Αρκετές μελέτες και μεταναλύσεις έχουν καταδείξει ότι δεν έχει βρεθεί το ιδανικό πρωτόκολλο πολλαπλής ανάπτυξης ωοθυλακίων για τις poor responders. Από πλευράς πρόγνωσης της ωοθηκικής ανταπόκρισης ιδιαίτερη σημασία έχουν τα επίπεδα FSH και ο αριθμός των καταβολών ωοθυλακίων στο κολπικό υπερηχογράφημα.

Οι γυναίκες με πτωχή ανταπόκριση δεν είναι αναγκαστικά υπογόνιμες αν δεν συνυπάρχει και άλλος παράγοντας υπογονιμότητας.

Δείτε περισσότερα: Πτωχή ανταπόκριση (poor responders)

Διεθνώς δεν έχει βρεθεί το βέλτιστο πρωτόκολλο για τις πτωχές ανταποκρίτριες. Στη μελέτη μας όμως βρήκαμε ότι αυξάνονται σημαντικά τα ποσοστά εξελισσόμενης κύησης σε γυναίκες με πτωχή ανταπόκριση όταν χορηγούμε πρωτόκολλο ανταγωνιστού. Επιθυμώντας να κοινοποιήσουμε τη γνώση και την εμπειρία μας στις πτωχές ανταποκρίτριες στην κρίση της διεθνούς κοινότητας δημοσιεύσαμε τη μελέτη μας στο επιστημονικό περιοδικό Human Reproduction. Αποτελεί τη μακράν μεγαλύτερη σε αριθμό ασθενών τυχαιοποιημένη προοπτική μελέτη (RCT) στην παγκόσμια βιβλιογραφία.

Στη μελέτη μας συγκρίνοντας δύο φαρμακευτικά πρωτόκολλα αποδείξαμε ότι το ευέλικτο πρωτόκολλο ανταγωνιστή οδηγεί σε σημαντική αύξηση των ποσοστών εξελισσόμενης κύησης σε σύγκριση με το βραχύ (short) πρωτόκολλο GnRH αγωνιστή.

Flexible GnRH antagonist versus flare-up GnRH agonist protocol in poor responders treated by IVF: a randomized controlled trial
Trifon G. Lainas, Ioannis A. Sfontouris, Evangelos G. Papanikolaou, John Z. Zorzovilis, George K. Petsas, George T. Lainas and Efstratios M. Kolibianakis.
Human Reproduction, 2008, Vol. 23, No 6, pp. 1355-1358
Δείτε τη δημοσίευση

Οι παθολογικές καταστάσεις της μήτρας δεν αποτελούν βέβαιο και αποκλειστικό παράγοντα υπογονιμότητας. Το ποσοστό συμμετοχής του μητριαίου παράγοντα στην υπογονιμότητα δεν μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια, διότι αφ’ ενός δεν υπάρχουν ακριβείς στατιστικές, και αφ’ ετέρου διότι πολλές από αυτές τις παθήσεις δεν παρεμποδίζουν τη σύλληψη, μπορεί όμως να διαταράξουν την ομαλή εξέλιξη της εγκυμοσύνης. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι παθολογία της ενδομητρικής κοιλότητας υπάρχει στο 10-62% των υπογόνιμων γυναικών.

Οι παθολογικές καταστάσεις της μήτρας που συνδέονται με υπογονιμότητα περιλαμβάνουν: συγγενείς ανωμαλίες, συμφύσεις, ενδομητρικούς πολύποδες, υποβλεννογόνια ινομυώματα, ενδομητρίτιδα, οστική μετάπλαση, παθολογία ισθμού και ενδοτραχήλου, παρουσία ξένων σωμάτων, ουλές του ενδομητρίου. Η διάγνωση των παθολογικών καταστάσεων της μήτρας, μπορεί να γίνει με μία ή περισσότερες από τις παρακάτω μεθόδους: υστεροσαλπιγγογραφία, υστεροσκόπηση, διακολπικό υπερηχογράφημα, υπερηχοϋστερογραφία, ιστορικό, γυναικολογική εξέταση, βιοψία-καλλιέργεια ενδομητρίου.

Κύρια διαγνωστικά εργαλεία για την εκτίμηση του μητριαίου παράγοντα αποτελούν η υστεροσαλπιγγογραφία και η υστεροσκόπηση. Η υστεροσκόπηση υπερτερεί της υστεροσαλπιγγογραφίας σε ευαισθησία και εξειδίκευση στην υπογονιμότητα και στις καθ’ έξιν αποβολές (Taylor, 1991). Ως απόλυτες ενδείξεις υστεροσκόπησης προβάλλουν:

  • τα ευρήματα στην υστεροσαλπιγγογραφία ή στο κολπικό υπερηχογράφημα που αφορούν: συμφύσεις, παρουσία ενδομητρικού πολύποδα, συγγενή ανωμαλία, παρουσία υποβλεννογονίου ινομυώματος,
  • καθ’ έξιν αποβολές,
  • ιστορικό υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη ενδομητρικών συμφύσεων (μαιευτική απόξεση, τεχνητή διακοπή κυήσεως, επεμβάσεις στην κοιλότητα της μήτρας, βαριά μορφή ενδομητρίτιδας),
  • αποτυχία εμφύτευσης ζυγώτου ύστερα από δύο συνεχείς κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Οι συγγενείς ανωμαλίες της μήτρας δεν φαίνεται να αποτελούν παράγοντα υπογονιμότητας, με εξαίρεση ορισμένες σπάνιες ανωμαλίες, όπως είναι η απλασία της μήτρας, η μερική ή ολική έλλειψη σαλπίγγων, τα εγκάρσια διαφράγματα του τραχήλου και του κόλπου καθώς και η μερική ή ολική ατρησία τραχήλου και κόλπου ή η έλλειψη τους.

VIDEO: Μονόκερως μήτρα. Διαγνωστική υστεροσκόπηση.

Οι συγγενείς ανωμαλίες που αφορούν μονόκερω, δίκερω, διάφραγμα μήτρας, πιθανώς επηρεάζουν την εξέλιξη της κυήσεως, οπότε σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. διάφραγμα μήτρας) αποφασίζεται η χειρουργική διόρθωσή τους.

Τα διαφράγματα της μήτρας αποτελούν τη συχνότερη συγγενή ανωμαλία διαπλάσεως της μήτρας. Οι συγγενείς ανωμαλίες της μήτρας δεν αποτελούν σίγουρο και αποκλειστικό παράγοντα υπογονιμότητας, πιθανόν όμως να επηρεάζουν την εξέλιξη της κύησης. Στο παρελθόν, η χειρουργική αντιμετώπισή τους περιελάμβανε λαπαροτομία, διατομή της μήτρας και του διαφράγματος και συρραφή της μήτρας με τις τεχνικές Strassmann και Jones κ.λπ. Σήμερα, η διατομή του διαφράγματος γίνεται με τεχνικές υστεροσκοπικής χειρουργικής που αποτελούν τη θεραπεία εκλογής με σκοπό τη δημιουργία ενιαίας κοιλότητας στη λεγόμενη διαφραγματοφόρο (διπλή) μήτρα. Η δημιουργία ενιαίας φυσιολογικής κοιλότητας μετά τη χειρουργική επέμβαση είναι εντυπωσιακή και η επιθηλιοποίησή της εξαιρετική. Ο μετεγχειρητικός έλεγχος περιλαμβάνει υστεροσαλπιγγογραφία και υστεροσκόπηση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις δικέρωτος μήτρας που επηρεάζεται η εξέλιξη της κύησης μπορεί να αποφασισθεί η πλαστική της μήτρας με τις τεχνικές κατά Strassmann-Jones που γίνονται με λαπαροτομία. Εναλλακτική λύση για τις περιπτώσεις αυτές μπορεί να αποτελέσει η περιορισμένη υστεροσκοπική διατομή του σημείου της ένωσης των δύο κεράτων, με σκοπό την περιορισμένη διεύρυνση της κοιλότητας. Η διατομή γίνεται με ταυτόχρονη λαπαροσκοπική καθοδήγηση και τα αποτελέσματα ελέγχονται μετά τρίμηνο με υστεροσαλπιγγογραφία και υστεροσκόπηση.

Δείτε ακόμη: Διαφράγματα της μήτρας

Οι ενδομητρικές συμφύσεις ευθύνονται για υπογονιμότητα, επανειλημμένες αποβολές, δευτεροπαθή αμηνόρροια (απουσία εμμήνου ρύσεως), αιματόμητρα (πλήρωση της ενδομητρικής κοιλότητας με αίμα) και ολιγομηνόρροια (ποσότητα αίματος μικρότερη του φυσιολογικού στην έμμηνο ρύση). Τα παθοφυσιολογικά αίτιά τους αποτελούν οι αποξέσεις της μήτρας, ιδιαίτερα μετά από τοκετό και σηπτικές αποβολές, σπανίως δε η ενδομητρίτις φυματιώδους αιτιολογίας. Το ιστορικό απουσίας εμμήνου ρύσεως μετά από απόξεση θέτει σοβαρή κλινική υποψία. Η τεκμηρίωση γίνεται με υστεροσαλπιγγογραφία και υστεροσκόπηση.

Οι ενδομητρικές συμφύσεις αποτελούν σημαντικό παράγοντα υπογονιμότητας και πρέπει να θεραπεύονται με τεχνικές υστεροσκοπικής χειρουργικής υπό άμεσο έλεγχο και όραση.

Η τυφλή λύση των ενδομητρικών συμφύσεων με κηρία ή ξέστρα αποτελεί μέθοδο του παρελθόντος. Σήμερα θεραπεία εκλογής θεωρείται η υστεροσκοπική λύση υπό άμεση όραση και έλεγχο.

Ενδομητρικές συμφύσεις (υστεροσκοπική εικόνα).
Ενδομητρική σύμφυση (υστεροσκοπική εικόνα).

Τα αποτελέσματα της λύσης των συμφύσεων εξαρτώνται από την έκταση, την εντόπιση, το πάχος και τη μορφολογία αυτών (λεπτές και διαφανείς , ή στερρές και ινώδεις).

Τα αποτελέσματα της υστεροσκοπικής λύσης των ενδομητρικών συμφύσεων, όσον αφορά την επιτυχία κυήσεως και την επανεμφάνιση φυσιολογικής εμμήνου ρύσεως, είναι συνήθως άριστα.

Εξαίρεση αποτελεί το σύνδρομο Asherman, το οποίο χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη συνένωση των τοιχωμάτων της κοιλότητας της μήτρας: αυτό έχει ως συνέπεια την απουσία κοιλότητας μήτρας και την απουσία εμμήνου ρύσεως. Ο Asherman περιέγραψε το 1948 ως «τραυματική αμηνόρροια» τη δευτεροπαθή αμηνόρροια που προκύπτει από τραυματική απόξεση της μήτρας έπειτα από τοκετό ή από σηπτικές αποβολές. Η αποκατάσταση της κοιλότητας της μήτρας μετά τη λύση καθολικών συμφύσεων της μήτρας στο σύνδρομο Asherman είναι εξαιρετικά δύσκολη, έως αδύνατη.

Δείτε περισσότερα στην υστεροσκοπική χειρουργική

Ενδομητρικός πολύποδας (εικόνα από υστεροσκόπηση ιατρείου με χρήση CO2 ως μέσου διατάσεως).
Ενδομητρικός πολύποδας (εικόνα από υστεροσκόπηση ιατρείου με χρήση CO2 ως μέσου διατάσεως).

Οι ενδομητρικοί πολύποδες είναι συνήθως ασυμπτωματικοί, καλοήθεις μικροί όγκοι της μήτρας και μπορεί να ευθύνονται για ανώμαλη αιμορραγία της μήτρας, ή να αποτελούν εύρημα στο κολπικό υπερηχογράφημα, ή στην υστεροσαλπιγγογραφία.

Οι ενδομητρικοί πολύποδες ποικίλλουν σε σχήμα, μέγεθος και αριθμό και αρκετές φορές συνοδεύονται από ενδομητρική υπερπλασία, από την οποία πρέπει να διαφοροδιαγιγνώσκονται (όπως για παράδειγμα από την λεγόμενη πολυποειδή υπερπλασία του ενδομητρίου).

Πολύποδες που παρατηρούνται στην εκκριτική φάση του κύκλου δεν χρειάζονται θεραπεία. Αντίθετα, οι επίμονοι βλεννώδεις ή ινώδεις πολύποδες εξαιρούνται με τεχνικές υστεροσκοπικής χειρουργικής. Η σχέση τους με την υπογονιμότητα αμφισβητείται.

Ο ενδομητρικός πολύποδας, εάν είναι μικρότερος των 2 cm, δεν φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τα ποσοστά κυήσεως, ίσως όμως αυξάνει την πιθανότητα απώλειας κύησης (Lass et al., 1999). Στην ίδια μελέτη αναφέρεται ότι στα προγράμματα εξωσωματικής γονιμοποίησης η πρακτική της κατάψυξης εμβρύων και η εμβρυομεταφορά σε άλλο κύκλο, όταν προκύπτει ανάγκη πολυποειδεκτομής, πιθανώς αυξάνουν το ποσοστό των γεννήσεων.

Τα ινομυώματα (ή λειομυώματα) είναι καλοήθεις όγκοι της μήτρας και διακρίνονται σε υποβλεννογόνια, ενδοτοιχωματικά και υπορρογόνια.

Τα ενδοτοιχωματικά και υπορρογόνια ινομυώματα είναι συνήθως ασυμπτωματικά, εκτός αν είναι πολύ μεγάλα και προκαλούν πιεστικά φαινόμενα.

Τα υποβλεννογόνια ινομυώματα είναι το είδος των ινομυωμάτων που προβάλλουν ολικώς ή μερικώς στην κοιλότητα της μήτρας και την παραμορφώνουν.

Τα ινομυώματα της μήτρας μπορεί να επηρεάζουν αρνητικά τη γονιμότητα, τα ποσοστά επιτυχίας κυήσεων στην εξωσωματική γονιμοποίηση, καθώς και την πιθανότητα απώλειας εξελισσόμενης κύησης. Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές βιβλιογραφικές αναφορές: τα ινομυώματα της μήτρας δεν φαίνεται να έχουν επίδραση στη γονιμότητα, εκτός των υποβλεννογονίων που προβάλλουν μερικώς ή ολικώς στην κοιλότητα της μήτρας όπως αναφέρει μια μετανάλυση (Pritts E.A., 2001). Βεβαίως όμως, τα αποτελέσματα των μελετών παρουσιάζουν ευρεία διασπορά: τα ενδοτοιχωματικά ινομυώματα μειώνουν στο ήμισυ την πιθανότητα εξελισσόμενης κύησης (προοπτική μελέτη Hart et al., 2001) ή συνδέονται, ιδίως τα πολλαπλά, με αυξημένο κίνδυνο απώλειας κύησης (Benson CD et al., 2001).

Τα υπορρογόνια ινομυώματα δεν επηρεάζουν τα ποσοστά κυήσεων στην εξωσωματική γονιμοποίηση όπως και τα ενδοτοιχωματικά που δεν παραμορφώνουν την κοιλότητα της μήτρας. 

Είναι γενικώς αποδεκτό από μελέτες και μεταναλύσεις ότι τα υποβλεννογόνια ινομυώματα που προβάλλουν στο σύνολό τους ή εν μέρει στην ενδομητρική κοιλότητα επηρεάζουν τα ποσοστά επιτυχίας κυήσεων στην εξωσωματική γονιμοποίηση και συνδέονται με αυξημένα ποσοστά απώλειας της κύησης.

Μικρό υποβλεννογόνιο ινομύωμα προσθίου τοιχώματος (υστεροσκοπική εικόνα).
Μικρό υποβλεννογόνιο ινομύωμα προσθίου τοιχώματος (υστεροσκοπική εικόνα).
Πολλαπλά ινομυώματα μήτρας (λαπαροσκοπική εικόνα).
Πολλαπλά ινομυώματα μήτρας (λαπαροσκοπική εικόνα).

Δείτε επίσης Υστεροσκοπική χειρουργική.

VIDEO: Ενδομητρίτιδα.

Η ενδομητρίτιδα μπορεί να συνδέεται με ανεξήγητη υπογονιμότητα (ποσοστό 14,3%) ή επανειλημμένες αποβολές (ποσοστό 22,6%), (Hamou, 1991). Πρόκειται για φλεγμονή του ενδομητρίου με χαρακτηριστική υστεροσκοπική εμφάνιση. Μετά την υστεροσκοπική διάγνωσή της χορηγούνται αντιβιοτικά.

Οστική μετάπλαση. Μια σπάνια πάθηση (χαρακτηριστική υστεροσκοπική εικόνα).
Οστική μετάπλαση. Μια σπάνια πάθηση (χαρακτηριστική υστεροσκοπική εικόνα).

Είναι μια σπάνια πάθηση που συνδέεται με δευτεροπαθή υπογονιμότητα. Έχουν αναφερθεί λιγότερα από διακόσια περιστατικά στη διεθνή βιβλιογραφία και συχνά η διάγνωσή της μπορεί να διαφύγει.

Δείτε περισσότερα: Υστεροσκοπική χειρουργική » Οστική μετάπλαση

Η παρουσία ξένων σωμάτων στη μήτρα είναι αντίστοιχη με αυτήν των ενδομητρικών αντισυλληπτικών σπειραμάτων.

Video: Ουλώδες ενδομήτριο.
Ενδοτραχηλικός πολύποδας (υστεροσκοπική εικόνα).
Ενδοτραχηλικός πολύποδας (υστεροσκοπική εικόνα).

Οι ουλές του ενδομητρίου και το ατροφικό, λεπτό ενδομήτριο είναι συνήθως αποτέλεσμα τραυματικής απόξεσης του ενδομητρίου και σχετίζονται με μειωμένη υποδεκτικότητα στην εμφύτευση της βλαστοκύστης.

Η παθολογία του ισθμού και του ενδοτραχήλου μπορεί να συνδέεται με υπογονιμότητα. Η απόφραξη δημιουργεί μηχανικό παράγοντα υπογονιμότητας, ενώ οι ουλές, οι στενώσεις, οι έγκλειστες κύστεις (που είναι συνήθως αποτελέσματα τραυματικών επεμβάσεων) συνδέονται με την παραγωγή και τη σύσταση της τραχηλικής βλέννας.

Η διάγνωση των παθολογικών καταστάσεων της μήτρας, μπορεί να γίνει με μία ή περισσότερες από τις παρακάτω μεθόδους: υστεροσαλπιγγογραφία, υστεροσκόπηση, διακολπικό υπερηχογράφημα, υπερηχοϋστερογραφία, ιστορικό, γυναικολογική εξέταση, βιοψία-καλλιέργεια ενδομητρίου. Κύρια διαγνωστικά εργαλεία για την εκτίμηση του μητριαίου παράγοντα αποτελούν η υστεροσαλπιγγογραφία και η υστεροσκόπηση. Η υστεροσκόπηση υπερτερεί της υστεροσαλπιγγογραφίας σε ευαισθησία και εξειδίκευση στην υπογονιμότητα και στις καθ’ έξιν αποβολές.

Ως απόλυτες ενδείξεις υστεροσκόπησης προβάλλουν τα ευρήματα στην υστεροσαλπιγγογραφία ή στο κολπικό υπερηχογράφημα που αφορούν: α) συμφύσεις, παρουσία ενδομητρικού πολύποδα, συγγενή ανωμαλία, παρουσία υποβλεννογονίου ινομυώματος, β) καθ’ έξιν αποβολές, γ) ιστορικό υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη ενδομητρικών συμφύσεων (μαιευτική απόξεση, τεχνητή διακοπή κύησης, επεμβάσεις στην κοιλότητα της μήτρας, βαριά μορφή ενδομητρίτιδας), δ) αποτυχία εμφύτευσης ζυγώτη ύστερα από δύο συνεχείς κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Ξεκινώντας

Το πρώτο βήμα είναι να κλείσετε ένα ραντεβού στην Ευγονία. Σε αυτό το ραντεβού θα συναντήσετε τον διευθυντή της Μονάδας και θα γνωρίσετε την υπόλοιπη ομάδα.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Θα φέρετε μαζί τις εξετάσεις που έχουν προηγηθεί, τις οποίες θα καταγράψουμε με λεπτομέρεια στον ιατρικό σας φάκελο μαζί με άλλα στοιχεία του ατομικού σας ιστορικού.

ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

Στη συνέχεια για να συμπληρώσουμε τα στοιχεία που μας είναι απαραίτητα, θα σας προτείνουμε να υποβληθείτε σε γυναικολογική εξέταση που περιλαμβάνει ένα κολπικό υπερηχογράφημα . Αυτό θα μας βοηθήσει να αξιολογήσουμε το απόθεμα των ωοθηκών και να σχηματίσουμε μία εικόνα για την μορφολογία της μήτρας.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ

Ο διευθυντής της Μονάδας θα σας προτείνει ανάλογα με τα στοιχεία του ιστορικού περαιτέρω διερεύνηση της υπογονιμότητας με εξετάσεις όπως:

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Η προτεινόμενη αντιμετώπιση και ο σχεδιασμός μιας θεραπείας έχει απόλυτη σχέση με:

  • Την ηλικία σας
  • Πόσο διάστημα προσπαθείτε
  • Αν έχετε ήδη υποβληθεί σε θεραπείες γονιμότητας και πόσες φορές
  • Τα ευρήματα των εξετάσεων και τα υπόλοιπα στοιχεία του ιστορικού σας

Για εμάς είναι επιβεβλημένο το υπογόνιμο  ζευγάρι να μελετάται ως μονάδα και να εξατομικεύεται η θεραπεία.

Στόχος μας είναι να επιλέξουμε τη βέλτιστη λύση δίνοντάς σας την υψηλότερη πιθανότητα επιτυχίας.

Για τον έλεγχο της ωοθυλακιορρηξίας διενεργούμε σειρά υπερηχογραφημάτων. Συνήθως αρκούν 3-5 υπερηχογραφήματα που αρχίζουν περί την 8η-10η ημέρα του κύκλου και επαναλαμβάνονται κάθε 1-2 ημέρες. Παράλληλα ελέγχονται τα επίπεδα των ορμονών όπως Ε2, LH, PRG (με αιμοληψίες).

Η παρακολούθηση της ανάπτυξης των ωοθυλακίων, με καταγραφή της αύξησης του μεγέθους τους, περίπου ανά δύο ημέρες, μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε την πιθανή ρήξη του ωοθυλακίου (ωοθυλακιορρηξία), την οποία πιστοποιούμε με νέο υπερηχογράφημα. Κατά την παρακολούθηση της ωοθυλακικής ανάπτυξης με υπερήχους ελέγχουμε και καταγράφουμε το πάχος του ενδομητρίου. Ο υπερηχογραφικός έλεγχος της ανάπτυξης του ωοθυλακίου σε συνδυασμό με τα επίπεδα των ορμονών στο αίμα και ο προσδιορισμός της πιθανής ημέρας ωοθυλακιορρηξίας χρησιμεύει σε περιπτώσεις “κατευθυνόμενης σεξουαλικής επαφής”, σπερματέγχυσης, αφού έτσι προσδιορίζεται η πιθανή “γόνιμη ημέρα” με τον πλέον σύγχρονο και αντικειμενικό τρόπο.

Σειρά υπερηχογραφημάτων για έλεγχο ωοθυλακιορρηξίας (αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Σειρά υπερηχογραφημάτων για έλεγχο ωοθυλακιορρηξίας (αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Η ωοθήκη είναι μια δεξαμενή ωοθυλακίων σε διάφορα στάδια ανάπτυξης. Με τον όρο ωοθηκικές εφεδρείες εννοούμε τα αποθέματα των ωοθηκών σε αριθμό ωοθυλακίων.Οι ωοθηκικές εφεδρείες εκφράζουν τη βιολογική ηλικία των ωοθηκών που είναι πιο σημαντική από τη χρονολογική ηλικία.

 

Δείτε περισσότερα στην ενότητα Εξωσωματική Γονιμοποίηση:

Σε τι χρησιμεύουν οι ορμονικές εξετάσεις

Ο ορμονικός έλεγχος αποτελεί αναντικατάστατο εργαλείο στη διερεύνηση και θεραπεία της υπογονιμότητας.

Τα προβλήματα ωοθυλακιορρηξίας συμμετέχουν σε μεγάλο ποσοστό στη γυναικεία υπογονιμότητα. Η επιλογή και η ωρίμανση των ωοθυλακίων καθώς και η ωρίμανση και απελευθέρωση του ωαρίου ρυθμίζεται μέσω πολύπλοκων ορμονικών μηχανισμών.

Ο προσδιορισμός των επιπέδων των ορμονών, σε συγκεκριμένες ημέρες του κύκλου προσφέρει σημαντική βοήθεια στη διάγνωση των φυσιολογικών ή παθολογικών καταστάσεων του κύκλου, της ωοθυλακιορρηξίας κ.λπ.

Ο βασικός ορμονικός έλεγχος γίνεται στην αρχή του κύκλου 2η -6η ημέρα κύκλου και κατά προτίμηση 3η ημέρα κύκλου. Περιλαμβάνει συνήθως μετρήσεις των ορμονών FSH, LH, οιστραδιόλη (E2), προλακτίνη (PRL), TSH, προγεστερόνη (PRG). Η προγεστερόνη (PRG) που εκκρίνεται μετά την ωοθυλακιορρηξία μετράται κατά κανόνα στο μέσο της ωχρινικής φάσης που αντιστοιχεί στην 21η ημέρα κύκλου (επί κύκλου 28 ημερών).

Ο συνδυασμός των επιπέδων της FSH και της Ε2 στην αρχή του κύκλου επιτρέπει να προσδιορίσουμε κατά προσέγγιση και τη λεγόμενη «βιολογική ηλικία» της ωοθήκης, δηλαδή την ικανότητά της να αναπτύξει ωοθυλάκια. Είναι ευνόητο ότι η βιολογική ηλικία της ωοθήκης δεν έχει απαραίτητα άμεση σχέση με την ημερολογιακή ηλικία της γυναίκας, δηλαδή μπορεί να διαφέρει και πολύ μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις.

Υψηλά επίπεδα FSH παρατηρούνται σε νεαρές γυναίκες με πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια, ενώ συνήθως διαπιστώνεται φυσιολογική, ή ελαφρώς αυξημένη FSH και σε γυναίκες άνω των 40 ετών. Ο γενικός κανόνας είναι ότι εάν το επίπεδο FSH της 3ης ημέρας του κύκλου είναι πάνω από 12-15 IU/ml, τα αποθέματα της ωοθήκης σε ωοθυλάκια-ωάρια είναι μειωμένα, οπότε και η γονιμότητα μειώνεται αισθητά. Η αναμενόμενη μέση τιμή FSH τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα της περιόδου σε γυναίκες με φυσιολογική γονιμότητα είναι περίπου 2-8 IU/ml.

Χαμηλά επίπεδα FSH συνδέονται με υπογοναδοτροπικό υπογοναδισμό. Τα επίπεδα της LH και των ανδρογόνων είναι συνήθως αυξημένα στο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών ενώ ο λόγος FSH/LH διαμορφώνεται σε μικρότερα επίπεδα από το κλάσμα 1 προς 2.

Σε ειδικές περιπτώσεις ο ορμονικός έλεγχος συμπληρώνεται με μετρήσεις των ορμονών τεστοστερόνη (Testo), ελεύθερη τεστοστερόνη (F-Testo),Δ4-ανδροστενεδιόνη (Δ4Α), δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA), θειϊκή δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA-S), σφαιρίνη που συνδέει τις φυλετικές ορμόνες (SHBG) και 17-υδροξυπρογεστερόνη (17OH-PRG). Σε παθήσεις θυρεοειδούς απαραίτητη κρίνεται η εξέταση από ενδοκρινολόγο και ανάλογα με τις συστάσεις του, εκτελείται προσδιορισμός των TSH, T3, T4, των αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων, υπερηχογράφημα θυρεοειδούς κ.λπ.

Η γενική αρχή είναι ότι το σώμα της γυναίκας και του άνδρα είναι μια πολύπλοκη «μηχανή» και επομένως, εάν ο βασικός έλεγχος δείξει κάποια διαταραχή, ο ιατρός οφείλει να προσδιορίσει την αιτία που την προκαλεί και ακολούθως να δώσει την ανάλογη θεραπεία.

Πώς γίνονται οι ορμονικές εξετάσεις

Οι ορμόνες της αναπαραγωγής κυκλοφορούν στο αίμα και επομένως μια αιμοληψία αρκεί για να προσδιορίσουμε τα επίπεδά τους. Κατά κανόνα, η μέτρηση των βασικών ορμονών του κύκλου δεν επηρεάζεται από τη διατροφή, οπότε δεν απαιτείται καμία ιδιαίτερη προετοιμασία, δίαιτα κ.λπ.

Στο εργαστηριακό επίπεδο, υπάρχουν διάφορες μέθοδοι προσδιορισμού των επιπέδων ορμονών στον ορό του αίματος, οι οποίες έχουν διαφορετική ακρίβεια και αξιοπιστία. Οι πιο συνηθισμένες και πλέον σύγχρονες μέθοδοι είναι η χημειοφωταύγεια (CL, chemiluminescence) και η ραδιοανοσομέτρηση (RIA, radio-immunoassay). Ορισμένα εργαστήρια χρησιμοποιούν μεθόδους παλαιότερης τεχνολογίας (π.χ. ELISA).

Για τις γυναίκες που ακολουθούν πρόγραμμα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, οι μετρήσεις γίνονται σε πρωϊνές ώρες, ώστε τα αποτελέσματα να είναι διαθέσιμα το μεσημέρι, προκειμένου να προσαρμοσθεί η ημερήσια αγωγή, σύμφωνα με το πρωτόκολλο θεραπείας που εφαρμόζεται.

 

Δείτε επίσης:

Έλεγχος Θρομβοφιλίας
Καρυότυπος
Κυστική ίνωση


Σπερματέγχυση
Εξωσωματική γονιμοποίηση τι είναι
Εξωσωματική σε φυσικό κύκλο
Ποσοστά επιτυχίας εξωσωματικής γονιμοποίησης

Θρομβοφιλία ονομάζεται η τάση για σχηματισμό θρόμβων εντός των αγγείων.

Κατά την τελευταία εικοσαετία έχει γίνει ευκρινές ότι ένα σημαντικό ποσοστό ατόμων που κάνουν θρομβώσεις είτε έχουν κάποια κληρονομική προδιάθεση, είτε αυτές αποτελούν μέρος ενός συνδρόμου που ονομάζεται φωσφολιπιδαιμικό σύνδρομο. Σύμφωνα με στατιστικές, 10-20% του πληθυσμού πάσχει από θρομβοφιλία και συνήθως μπορεί να εκδηλώσει θρομβοεμβολικά επεισόδια, όπως εγκεφαλικό, έμφραγμα μυοκαρδίου εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή και επιπλοκές κύησης.

Συχνά αυτές οι θρομβοφιλικές καταστάσεις είναι υπεύθυνες για επιπλοκές στην κύηση όπως: οι αποβολές πρώτου τριμήνου, η προεκλαμψία, η καθυστέρηση στην ανάπτυξη του εμβρύου, η αποκόλληση του πλακούντα και ο εμβρυϊκός θάνατος.

Η πιθανή σύνδεση μεταξύ αυτών των καταστάσεων και της θρομβοφιλίας είναι η εκσεσημασμένη μητροπλακουντιακή αγγειακή θρόμβωση.

Οι συνήθεις μορφές κληρονομούμενης θρομβοφιλίας είναι:

  • Η έλλειψη πρωτείνης C
  • Η έλλειψη πρωτείνης S
  • Η έλλειψη αντιθρομβίνης
  • Η μετάλλαξη του παράγοντα V-Leiden
  • Η μετάλλαξη του γονιδίου της προθρομβίνης G20210A
  • Η υπερομοκυστιναιμία (η πιο συχνή αιτία υπερομοκυστιναιμίας είναι η μετάλλαξη του γονιδίου MTHFR)

Ο συνηθέστερος τρόπος αντιμετώπισης αυτών των καταστάσεων είναι η χορήγηση μικρομοριακών ηπαρινών και ασπιρίνης.

Αντιφωσφολιπιδαιμικά αντισώματα

Ανιχνεύονται περίπου σε 2% των ασθενών που εμφανίζουν μη τραυματική φλεβική θρόμβωση. Ασθενείς με μεσαίου ή υψηλού βαθμού αντισώματα μπορεί να έχουν αντιφωσφωλιπιδαιμικό σύνδρομο, το οποίο χαρακτηρίζεται από διάφορα κλινικά χαρακτηριστικά περιλαμβανομένων αρτηριακής και φλεβικής θρόμβωσης. Αν και η αρτηριακή θρόμβωση και εμβολή πιο συχνά αφορά τα κάτω άκρα, έχουν παρατηρηθεί και θρομβώσεις σε ασυνήθη σημεία όπως είναι η πυλαία φλέβα, τα μεσεντέρια αγγεία, η σπληνική, η υποκλείδιος και οι εγκεφαλικές φλέβες.

Οι πιο συχνοί τύποι αντιφωσφολιπιδαιμικών αντισωμάτων είναι τα αντικαρδιολιπινικά αντισώματα, το αντιπηκτικό λύκου και τα εξαγωνικά φωσφολιπίδια.

Το Αμερικάνικο κολέγιο Μαιευτήρων Γυναικολόγων συνιστά ότι οι γυναίκες με αντιφωσφολιπιδαιμικό σύνδρομο πρέπει να λαμβάνουν προφυλάξεις με ηπαρίνη.

Η απεικόνιση του συνόλου των χρωμοσωμάτων ενός ατόμου ονομάζεται καρυότυπος.

Η παρατήρηση των χρωμοσωμάτων γίνεται κατά τη μετάφαση, το στάδιο του κυτταρικού κύκλου κατά το οποίο τα ζεύγη των χρωμοσωμάτων είναι ορατά στο μικροσκόπιο. Στη συνέχεια τα φωτογραφηθέντα χρωμοσώματα διατάσσονται αριθμημένα κατά μέγεθος. Ο φυσιολογικός ανθρώπινος καρυότυπος περιλαμβάνει 46 χρωμοσώματα (23 ζεύγη). Με τον καρυότυπο μπορούν να διαπιστωθούν αριθμητικές και δομικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες.

Σε ποιες περιπτώσεις συστήνεται

  • Σε περιπτώσεις αποβολών και κατά κύριο λόγο καθ΄έξιν αποβολών (> 3)
  • Σε περιπτώσεις ολιγοασθενοσπερμίας
  • Σε περιπτώσεις που η γυναίκα γέννησε έμβρυο με αποδεδειγμένη χρωμοσωμιακή ανωμαλία
  • Σε επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης

Οι περιπτώσεις που κατ’ εξοχήν προσδιορίζεται ο καρυότυπος είναι οι περιπτώσεις καθ’ έξιν αποβολών της γυναίκας.

Χρωμοσωμιακές ανωμαλίες σε έμβρυα πριν την εμφύτευση

Από τα μορφολογικώς φυσιολογικά έμβρυα κατά προσέγγιση 25-50% δείχνουν χρωμοσωμιακές ανωμαλίες (ανευπλοειδίες ή πολυπλοειδίες) ανάλογα με την ηλικία της γυναίκας.

Το ποσοστό των ανευπλοειδών εμβρύων, αυξάνει με την αύξηση της ηλικίας της γυναίκας.

Χρωμοσωμιακές ανωμαλίες σε κλινικές κυήσεις

Κατά προσέγγιση 50-60% των αποβολών έχουν χρωμοσωμιακές ανωμαλίες και δεδομένου ότι 10-15% των κλινικών κυήσεων οδηγούνται σε αποβολή αυτό συνεπάγεται ότι 5-8% όλων των κλινικών κυήσεων έχουν χρωμοσωμιακές ανωμαλίες.

Οι αυτοσωματικές τρισωμίες συνιστούν κατά προσέγγιση το 50% των κυτταρογενετικών αιτίων των αποβολών. Κατά κύριο λόγο αυτές είναι οι 16,22,21,15,13 και 14. Η πιο συχνή μορφή κυτταρογενετικής ανωμαλίας που παρατηρείται σε υλικά αποβολών είναι η τρισωμία 16 η οποία όμως σπάνια ή σχεδόν καθόλου δεν παρατηρείται σε ζώντα νεογνά.

Οι περισσότερες τρισωμίες συσχετίζονται με την ηλικία της γυναίκας. Η αύξηση της ηλικίας της γυναίκας συσχετίζεται θετικά με λάθη στην μείωση Ι την πιο συχνή εξήγηση για τις τρισωμίες.

Καθ’ έξιν αποβολές και χρωμoσωμιακή αναδιάταξη

Ισοζυγισμένη μετάθεση σε χρωμοσώματα μπορεί να παρατηρηθεί σε 3-5% των ζευγαριών που έχουν εμπειρία επανειλημμένων αποβολών. Τα άτομα αυτά είναι φαινοτυπικά φυσιολογικά, αλλά οι απόγονοί τους (ή το υλικό των αποβολών), παρουσιάζουν χρωμοσωμιακούς διπλασιασμούς ή ανεπάρκειες σαν αποτέλεσμα κανονικής μειωτικής διεργασίας. Υπάρχουν δύο τύποι μεταθέσεων: οι Robertsonians και οι αμοιβαίες μεταθέσεις.

Κυστική ίνωση είναι μία μεταβολική διαταραχή η οποία χαρακτηρίζεται από γενική δυσλειτουργία των αδένων με υπερπαραγωγή βλέννας, μεγάλης γλοιότητας. Αυτό οδηγεί σε χρόνια απόφραξη των βρόγχων και καθ' έξιν λοιμώξεις των αναπνευστικών οδών, όπως επίσης διαταραχή της εξωκρινούς λειτουργίας του παγκρέατος. Στον ιδρώτα παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση NaCl. Σε άνδρες με κυστική είναι πολύ συχνή είναι η υπογονιμότητα.

Στην Ευρώπη υπάρχει μεγάλη διακύμανση στην επίπτωσή της. Η συχνότητά της είναι μία στις 2000 γεννήσεις και θεωρείται η πιο συχνή συγγενής μεταβολική διαταραχή.

Γενετικά είναι μια αυτοσωματική υπολειπόμενη κληρονομική διαταραχή. Περισσότερες από 600 μεταλλάξεις της κυστικής ίνωσης είναι γνωστές. Η πιο συχνή μετάλλαξη είναι η ΔF-508. Μια πρόσφατη αναφορά του Εθνικού Ινστιτούτου υγείας των ΗΠΑ συνιστά να γίνεται έλεγχος για κυστική ίνωση σε όλα τα ζευγάρια τα οποία σχεδιάζουν να κάνουν παιδιά. Αυτή η σύσταση βέβαια δεν ισχύει σε μια «κόστους –οφέλους» βάση. Είναι απολύτως λογικό να γίνεται στους βόρειο-ευρωπαϊκούς λαούς και στους Εβραίους Εσκενάζυ.

Είναι αυτονόητο ότι οφείλει ο έλεγχος να γίνεται σε ζευγάρια που έχουν συγγενείς με κυστική ίνωση. Καλό είναι επίσης να γίνεται έλεγχος σε ζευγάρια με σοβαρή μορφή ανδρικής υπογονιμότητας.

Υπερηχογραφικά τα έμβρυα που εμφανίζουν κυστική ίνωση παρουσιάζουν υπερηχογενές έντερο, διάταση των εντερικών ελίκων και συχνά υδράμνιο. Παρόλα αυτά τα υπερηχογραφικά ευρήματα που υποκινούν την υποψία για πάσχον έμβρυο με κυστική ίνωση δεν είναι συχνά. Σε περιπτώσεις ύπαρξης υπερηχογραφικών ευρημάτων ή ύπαρξης οικογενειακού ιστορικού τότε είναι χρήσιμο να γίνεται λήψη τροφοβλάστης ή αμνιοκέντηση και να ανιχνεύεται με μοριακές γενετικές μεθόδους ή κυστική ίνωση.

Στις περιπτώσεις απόφραξης του εντέρου, η κυστική ίνωση σχετίζεται με περίπου το 1/3 των περιπτώσεων.

Στην Ευγονία, ο έλεγχος της κυστικής ίνωσης συμπεριλαμβάνεται στο βασικό πακέτο του προγεννητικού ελέγχου, ενώ στα πλαίσια της εξωσωματικής γονιμοποίησης η νόσος είναι δυνατόν να διαγνωστεί με τη χρήση προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης (PGD), σε περίπτωση που ένας από τους δύο υποψήφιους γονείς φέρουν τη νόσο.

«Ευγονία» - Μονάδα Εξωσωματικής Γονιμοποίησης
Κωσταντίνου Βεντήρη 7 (HILTON), 115 28 Αθήνα

  • Email: info@eugonia.com.gr
  • Τηλ.: 210 723 6333
  • Fax: 210 721 3623

Μέλος σε:
eshre asrm esge

Google Reviews
Covid
Η μονάδα μας λειτουργεί με βάση λεπτομερές πρωτόκολλο ασφαλείας, τηρώντας όλα τα μέτρα προστασίας σύμφωνα με τις οδηγίες του ΕΟΔΥ και της ΕΑΙΥΑ όσον αφορά τον Covid-19

Φωτογραφικό υλικό

© Copyright 2026 «Ευγονία» - Μονάδα Εξωσωματικής Γονιμοποίησης στην Αθήνα Ανάπτυξη εφαρμογής NetValue. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.
Menu