Ενδομητρίωση

Τι είναι

Ενδομητρίωση είναι η πάθηση που χαρακτηρίζεται από ανάπτυξη και λειτουργία ενδομητρικού ιστού σε έκτοπη (εκτός της κοιλότητας της μήτρας) θέση.

Το  ενδομήτριο είναι ο ιστός που επενδύει την κοιλότητα της μήτρας, η οποία και αποτελεί τη φυσιολογική θέση ανάπτυξης και λειτουργίας του ενδομητρίου.

VIDEO: Λαπαροσκοπική χειρουργική: Με την χρήση του laser CO2 γίνεται εξάχνωση της ενδομητριωσικής εστίας στο λεπτό έντερο

Είναι η δεύτερη σε συχνότητα μετά το ινομύωμα γυναικολογική πάθηση.

Πώς δημιουργείται

Είναι γνωστό ότι η ενδομητρική κοιλότητα αποτελεί τη φυσιολογική θέση ανάπτυξης και λειτουργίας του ενδομητρικού ιστού. Ενδομήτριο είναι ο ιστός (βλεννογόνος) που επενδύει εσωτερικά την κοιλότητα της μήτρας και αποπίπτει μαζί με αίμα κατά την έμμηνο ρύση (περίοδο).Κατά τη διάρκεια του γεννητικού κύκλου αναπτύσσεται στην ωοθήκη το κυρίαρχο ωοθυλάκιο. Όσο αναπτύσσεται το ωοθυλάκιο, παράγει την ορμόνη οιστραδιόλη (Ε2) η οποία επιδρά στον βλεννογόνο της μήτρας (ενδομήτριο) αυξάνοντας το πάχος του. Μετά την ωοθυλακιορρηξία, το ωοθυλάκιο μετατρέπεται σε ωχρό σωμάτιο, το οποίο παράγει κυρίως την ορμόνη προγεστερόνη. Η προγεστερόνη σε συνδυασμό με τα οιστρογόνα (οιστραδιόλη) προετοιμάζουν το ενδομήτριο για να δεχθεί και να θρέψει το έμβρυο. Αν δεν επιτευχθεί σύλληψη το ενδομήτριο αποπίπτει από την επίδραση της απότομης πτώσης των οιστρογόνων και της προγεστερόνης και εμφανίζεται η περίοδος (έμμηνος ρύση). Η λειτουργία των εστιών αυτών εκτός της ενδομητρικής κοιλότητας ακολουθεί τις επιδράσεις των ωοθηκικών ορμονών του καταμήνιου κύκλου. Οι έκτοπες εστίες του ενδομητρίου έχουν παρόμοια ιστολογική δομή με το φυσιολογικό ενδομήτριο και αποτελούνται από ενδομητρικούς αδένες και στρώμα.

Που εντοπίζεται

Η ενδομητρίωση εντοπίζεται κυρίως στην πύελο και συνηθέστερα στις ωοθήκες (ενδομητριώματα) , στο τοιχωματικό περιτόναιο και στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο (δηλαδή στο ορθοκολπικό διάφραγμα, στους ουρητήρες και στην ουροδόχο κύστη), ή σπανιότερα στον ορογόνο του εντέρου (σιγμοειδούς ή ειλεού) και στη σκωληκοειδή απόφυση.

Εξαιρετικά σπάνιες εστίες ενδομητρίωσης έχουν εντοπιστεί στον ομφαλό, σε ουλή λαπαροτομίας ή περινεοτομίας και σε μακρινές θέσεις έξω από την περιτοναϊκή κοιλότητα όπως στον θώρακα, στην περικαρδιακή κοιλότητα, στους νεφρούς, στο πάγκρεας, στο δέρμα και αλλού.

Από πλευράς εντόπισης στην πύελο, η ενδομητρίωση διακρίνεται σε:

 

Εικ. 1 – Κομβολογιοειδής εμφάνιση σάλπιγγας. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 2 – Λαπαροσκοπική εικόνα ενδαγγείωσης του δεξιού μεσοσαλπιγγίου με απόφραξη της σύστοιχης σάλπιγγας στον ισθμό.
Εικ. 3 – Επιφανειακή ερυθρά ενδομητρίωση ωοθήκης. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 4 – Ενδομητρίωση ορθοκολπικού διαφράγματος. (λαπαροσκοπική εικόνα).

Η περιτοναϊκή ενδομητρίωση, εκτός της τυπικής εμφάνισής της (Εικ. 5,6,7) με τις χαρακτηριστικές καφέ ή μαύρες βλάβες, περιλαμβάνει, σύμφωνα με σύγχρονη κατάταξη, τις κόκκινες (Εικ. 8) και λευκές (Εικ. 9) βλάβες. Μάλιστα οι κόκκινες θεωρούνται πιο ενεργείς και επιθετικές μορφές.

 

Περιτοναϊκή ενδομητρίωσηΕικ. 5 – Τυπική μαύρη βλάβη στο δουγλάσειο χώρο. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 6 – Τυπική μαύρη βλάβη στο κυστεομητρικό περιτόναιο. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 7 – Τυπική μαύρη βλάβη στο κυστεομητρικό περιτόναιο. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 8 – Άτυπες λαπαροσκοπικές εμφανίσεις: κόκκινες βλάβες που ομοιάζουν με φλύκταινες.
Εικ. 9 – Άτυπες λαπαροσκοπικές εμφανίσεις: λευκή οπαλίζουσα βλάβη (υπάγεται στις λευκές βλάβες).

Η περιτοναϊκή ενδομητρίωση, ιδίως δε οι μη τυπικές μορφές(Εικ.10,11,12,13,14,15), διαγιγνώσκεται μόνο λαπαροσκοπικά ενώ η ωοθηκική (σοκολατοειδείς κύστεις) είναι δυνατόν να διαγνωσθεί υπερηχογραφικά και λαπαροσκοπικά.

 

Εικ. 10 – Πετέχειες περιτοναίου. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 11 – Υπεραγγείωση περιτοναίου. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 12 – Περιτοναϊκό έλλειμμα. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 13 – Περιτοναϊκό έλλειμμα. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 14 – Συνδυασμός λευκής βλάβης, υπεραγγείωσης και περιτοναϊκού ελλείμματος. (λαπαροσκοπική εικόνα).
Εικ. 15 – Περιτοναϊκή ενδομητρίωση – Άτυπες βλάβες. Υποκίτρινες (καφέ ω λαι) περιοχές εν μέσω άλλων βλαβών.

Στην ιστολογική εξέταση είναι απαραίτητη η παρουσία ενδομητρικών αδένων και στρώματος (όπως αυτών που βρίσκουμε στο φυσιολογικό ενδομήτριο), ώστε να τεκμηριωθεί η διάγνωση της ενδομητρίωσης.

Αίτια που προκαλούν την ενδομητρίωση

Στην αιτιολογία της ενδομητρίωσης φαίνεται να υπεισέρχονται ανοσολογικοί παράγοντες. Η επίπτωση της ενδομητρίωσης στο γενικό πληθυσμό είναι άγνωστη, ενώ σε ασθενείς με πυελικό πόνο ή και υπογονιμότητα ποικίλλει, κυμαινόμενη σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις από 20-90%.

Αναφέρουμε τις επικρατέστερες θεωρίες σχετικά με την παθογένεση της ενδομητρίωσης από τις πολλές που έχουν προταθεί, χωρίς όμως καμμία να μπορεί να ερμηνεύσει πλήρως τη νόσο:

  • Η πλέον ελκυστική και ευρύτερα αποδεκτή είναι η θεωρία της εμφύτευσης που διατυπώθηκε το 1922 από τον Sampson. Κατά την άποψη του Sampson γίνεται παλινδρόμηση του αίματος της περιόδου δια των σαλπίγγων οπότε μεταφέρονται ενδομητρικά κύτταρα στην περιτοναϊκή κοιλότητα όπου και εμφυτεύονται. Η θεωρία αυτή όμως δεν εξηγεί απομακρυσμένες εντοπίσεις.
  • Η θεωρία της μετάπλασης, κατά την οποία το έκτοπο ενδομήτριο προκύπτει από μετάπλαση των κυττάρων του σπλαχνικού περιτοναϊκού επιθηλίου (θεωρία του Meyer).
  • Η θεωρία της πρόκλησης, που θεωρείται επέκταση της θεωρίας της μετάπλασης.

Συμπτώματα της νόσου

Στην ενδομητρίωση, ο έκτοπος ενδομητρικός ιστός που αναπτύσσεται σε άλλα όργανα, εκτός της κοιλότητας της μήτρας, αιμορραγεί κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως (περίοδος).  Η αιμορραγία δημιουργεί πόνο χαμηλά στην κοιλιά, άσηπτη φλεγμονή, συμφύσεις και σοκολατοειδείς κύστεις ( ενδομητριώματα) στις ωοθήκες.
Τα συνήθη συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • πυελικό πόνο (πόνος στην κοιλιά και πίσω στη λεκάνη),
  • δυσμηνόρροια (έντονος πόνος περιόδου),
  • δυσπαρεύνεια (πόνος κατά την επαφή),
  • καφεοειδή υγρά πριν και μετά την περίοδο
  • γαστρεντερικά προβλήματα
  • υπογονιμότητα.

Διάγνωση

Σοβαρή υποψία για τη διάγνωσή της θέτουν:

  • η συμπτωματολογία (δυσμηνόρροια, δυσπαρεύνεια),
  • η αμφίχειρη γυναικολογική εξέταση (με σκληρούς ιερομητρικούς συνδέσμους, επώδυνα σκληρά οζίδια στον δουγλάσειο χώρο) και
  • η υπογονιμότητα.

Για τις περιπτώσεις των ωοθηκικών ενδομητριωσικών κύστεων :

  • το κολπικό υπερηχογράφημα,
  • η μαγνητική και η αξονική τομογραφία θέτουν συνήθως την διάγνωση προεγχειρητικά με μεγάλη ακρίβεια.

Η οριστική διάγνωση της ενδομητρίωσης τίθεται με τη λαπαροσκόπηση η οποία αποτελεί τη μέθοδο εκλογής: με τη λαπαροσκόπηση εκτός από την τεκμηρίωση της πάθησης προσδιορίζεται επακριβώς η έκταση και το στάδιο της νόσου.

Ενδομητρίωση και υπογονιμότητα

Κλασικές μελέτες δείχνουν ότι το ποσοστό των γυναικών με υπογονιμότητα που εμφανίζουν ενδομητρίωση έχει ευρεία διακύμανση. Υπάρχουν αναφορές που το προσδιορίζουν στο 6% και άλλες στο 58%. Εξ άλλου το ποσοστό των γυναικών με ενδομητρίωση που εμφανίζουν υπογονιμότητα προσδιορίζεται τουλάχιστον στο 50%. Η ακριβής συσχέτιση της ενδομητρίωσης, ιδιαίτερα της ελαφράς και μέτριας μορφής της, με την υπογονιμότητα δεν είναι ακριβώς γνωστή ούτε σαφής.

Σε μια ανασκόπηση από 22 μελέτες που περιελάμβαναν 2026 ασθενείς (Taylor και Collins) υποστηρίζεται ότι η ελαφρά και μέτρια μορφή εντάσσονται ουσιαστικά στην ανεξήγητη υπογονιμότητα. Από την πλευρά της, η ενδομητρίωση βαριάς μορφής δημιουργεί, εκτός των άλλων, μηχανικό παράγοντα, με αποτέλεσμα υπογονιμότητα σαλπιγγικής αιτιολογίας.

Ενδομητριωσική κύστη δεξιάς ωοθήκης. Χαρακτηριστική εικόνα σε διακολπικό υπερηχογράφημα (αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Ενδομητριωσική κύστη δεξιάς ωοθήκης. Χαρακτηριστική εικόνα σε διακολπικό υπερηχογράφημα (αρχείο ΕΥΓΟΝΙΑΣ).

Η συμπτωματολογία, το ιστορικό, η γυναικολογική εξέταση και το υπερηχογράφημα μπορεί να θέσουν σοβαρή υποψία για την ύπαρξή της. Η διάγνωση γίνεται με λαπαροσκόπηση (άμεση επισκόπηση), με τη γυναικολογική εξέταση μπορεί να ψηλαφηθούν οζίδια, ενώ με το κολπικό υπερηχογράφημα εντοπίζονται οι ενδομητριωσικές κύστεις ωοθηκών (ενδομητριώματα).

Η μαγνητική τομογραφία (MRI) έχει την ίδια διαγνωστική αξία με το κολπικό υπερηχογράφημα για τα ενδομητριώματα.

Θεραπεία της ενδομητρίωσης

Με τη Laser λαπαροσκοπική χειρουργική γίνεται με ασφάλεια και ακρίβεια εξάχνωση των ενδομητριωσικών εστιών, είτε αυτές αφορούν ελαφρές βλάβες περιτοναϊκής ενδομητρίωσης, είτε περιπτώσεις εκτεταμένης ενδομητρίωσης, ή σοκολατοειδών κύστεων.

Η ακρίβεια της μεθόδου επιτρέπει την εκλεκτική καταστροφή της βλάβης και προφυλάσσει τα γειτονικά ζωτικά όργανα και τον υγιή ωοθηκικό ιστό.

Η εφαρμογή της βελτιώνει την πιθανότητα της αυτόματης σύλληψης αλλά και το ποσοστό επιτυχίας στην εξωσωματική.

Δείτε περισσότερα:

Λαπαροσκόπηση » Ενδομητρίωση » Θεραπευτική αντιμετώπιση

Δείτε ακόμη:

Μύθοι και Αλήθειες → Πρέπει να αφαιρούνται τα ενδομητριώματα πριν την εξωσωματική;