
Η ανθρώπινη αναπαραγωγή ξεκινά με τη γονιμοποίηση, δηλαδή την ένωση του σπερματοζωαρίου με το ωάριο. Τα ωάρια παράγονται από τις ωοθήκες και τα σπερματοζωάρια από τους όρχεις. Από τη γονιμοποίηση προκύπτει το έμβρυο, το οποίο στη συνέχεια αναπτύσσεται στη μήτρα έως τη γέννηση του παιδιού.
Τα προβλήματα στη γονιμότητα εμφανίζονται συχνά και είναι διαχρονικά. Η υπογονιμότητα του ζευγαριού μπορεί να οφείλεται στη γυναίκα ή στον άνδρα ή να έχει μικτή αιτιολογία. Υπογονιμότητα ονομάζεται η αποτυχία σύλληψης μετά από 12 μήνες σεξουαλικών επαφών χωρίς προφύλαξη και χωρίς χρήση αντισυλληπτικών μέσων.
Πριν από την έναρξη οποιασδήποτε διαγνωστικής διερεύνησης και θεραπευτικής αντιμετώπισης, είναι σημαντικό να αξιολογείται εάν υπήρχε επαρκής συχνότητα σεξουαλικών επαφών, ώστε, παρά την επαρκή έκθεση στην πιθανότητα σύλληψης, να μην έχει επιτευχθεί εγκυμοσύνη. Η διερεύνηση της υπογονιμότητας αφορά το ζευγάρι ως σύνολο, καθώς οι παράγοντες που επηρεάζουν τη γονιμότητα μπορεί να αφορούν τον έναν ή και τους δύο συντρόφους. Κατά την πρώτη αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη η παρουσία και των δύο, ώστε να λαμβάνεται πλήρες ατομικό, οικογενειακό και αναπαραγωγικό ιστορικό και να σχεδιάζονται οι κατάλληλες εξετάσεις και τα επόμενα βήματα.
Οι σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις, σε συνδυασμό με την εξατομικευμένη εφαρμογή τους και τις αρχές της τεκμηριωμένης ιατρικής (evidence-based medicine), επιτρέπουν την επιλογή της καταλληλότερης διαγνωστικής και θεραπευτικής προσέγγισης για κάθε ζευγάρι.
Στόχος είναι η ολοκληρωμένη διερεύνηση των πιθανών αιτίων υπογονιμότητας και η διαμόρφωση ενός εξατομικευμένου θεραπευτικού πλάνου, προσαρμοσμένου στις ιδιαίτερες ανάγκες, το ιατρικό ιστορικό και τα κλινικά δεδομένα κάθε ζευγαριού.















