Κύστεις ωοθηκών

Τα τελευταία χρόνια, οι ωοθηκικές κύστεις αντιμετωπίζονται με λαπαροσκοπική χειρουργική και άριστα μετεγχειρητικά αποτελέσματα. Προηγείται σχολαστική εκτίμηση, προκειμένου να αποκλεισθεί η πιθανότητα κακοήθειας με προεγχειρητικά (υπερηχογράφημα, αξονική, μαγνητική τομογραφία, δείκτες νεοπλασιών) και διεγχειρητικά λαπαροσκοπικά κριτήρια. Η αντιμετώπιση των κύστεων των ωοθηκών με λαπαροσκοπική χειρουργική έχει εγείρει πολλές συζητήσεις και αντιγνωμίες, ενώ πάντοτε εκφράζονται προβληματισμοί με δεδομένο το δέος και την εξαιρετική σοβαρότητα, με την οποία οφείλει να αντιμετωπίζει κάθε ιατρός την πιθανότητα κακοήθους νεοπλασματικής εξεργασίας. Πάντως, η πιθανότητα κακοήθειας σε κύστεις των εξαρτημάτων στην αναπαραγωγική ηλικία (13-45 έτη) προσδιορίζεται περίπου σε 1,5-4% ανά 100.000 γυναίκες. Επίσης, πολλοί υποστηρίζουν ότι η ρήξη των κακοήθων κύστεων με διασπορά του περιεχομένου τους δεν επηρεάζει την τελική επιβίωση των ασθενών αυτών. Αντίθετα, σημαντικό ρόλο παίζουν ο ιστολογικός τύπος, ο βαθμός διαφοροποίησης του όγκου, η παρουσία ασκίτου και πιθανών εμφυτεύσεων στο περιτόναιο ή στο επίπλουν.

Στη συνήθη πρακτική, μετά τη διάγνωση της ωοθηκικής κύστης χορηγούνται αντισυλληπτικά επί τρίμηνο. Εάν η κύστη δεν εξαφανιστεί μετά τρεις μήνες, απαιτείται προσεκτική εκτίμηση με υπερηχογράφημα, με μέτρηση επιπέδων CA-125 και άλλων δεικτών και σε μερικές περιπτώσεις διενέργεια αξονικής (CT) ή μαγνητικής (MRI) τομογραφίας.

Τα υπερηχογραφικά κριτήρια σχετίζονται με το μέγεθος, τη θέση εντόπισης, τη παρουσία ασκίτου, την ύπαρξη κυστικών και συμπαγών περιοχών στην ίδια κύστη, την αμιγώς κυστική ή συμπαγή όψη, τα παχέα διαφράγματα κ.ά.

Εξ άλλου, το έγχρωμο διακολπικό υπερηχογράφημα Doppler είναι μια σύγχρονη εξέταση που προσφέρει σημαντική βοήθεια με τον προσδιορισμό της ροής του αίματος στην περιοχή της κύστης. Από τις βιοχημικές εξετάσεις, ο δείκτης CA-125 είναι χρήσιμος αλλά έχει μεγαλύτερη ευαισθησία και εξειδίκευση για τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Τα λαπαροσκοπικά κριτήρια καλοήθειας (Mage G, 1987) σχετίζονται με το πάχος του τοιχώματος, την αγγείωση της κύστης, το χρώμα του περιεχόμενου υγρού, το μήκος του ιδίου συνδέσμου της ωοθήκης και την εμφάνιση του εσωτερικού τοιχώματος της κύστης. Με βάση την προεγχειρητική και διεγχειρητική εκτίμηση της κύστης εφαρμόζεται λαπαροσκοπική χειρουργική. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται στην εξαίρεση ολόκληρης της κάψας της κύστης, χωρίς αυτή να ραγεί, αλλά και στη διατήρηση του υγιούς ωοθηκικού ιστού.

Σε περίπτωση ρήξης, η κύστη αναρροφάται σχολαστικά, το δε περιεχόμενο αποστέλλεται, μαζί με τα υγρά έκπλυσης του δουγλασείου χώρου, για κυτταρολογική εξέταση. Ακολουθεί προσεκτική επισκόπηση του εσωτερικού της κύστης για αποκλεισμό οποιασδήποτε ύποπτης βλάβης, εξαίρεση ολόκληρης της κάψας και διενέργεια ταχείας βιοψίας, έστω και σε υποψία κακοήθειας. Για την αφαίρεση της κύστης από την περιτοναϊκή κοιλότητα χρησιμοποιείται ειδικός ενδοσκοπικός σάκος.