Είδη κύστεων

Οι πιο συνήθεις κύστεις σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας είναι: οι ενδομητριωσικές (ενδομητριώματα), οι δερμοειδείς και οι κύστεις με διαυγές περιεχόμενο (ορώδες ή βλεννώδες).

Δερμοειδείς κύστεις

Αφαίρεση δερμοειδούς κύστης με laser λαπαροσκοπική χειρουργική (λαπαροσκοπική εικόνα).

Οι δερμοειδείς κύστεις ή ώριμα τερατώματα είναι κατά κανόνα καλοήθεις κύστεις. Αποτελούνται από μονήρη κοιλότητα που είναι συνήθως γεμάτη σμήγμα, τρίχες, στοιχεία οστίτη ιστού, δόντια κ.λπ. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν ώριμους ιστούς, ενώ μπορεί να εμπεριέχονται διάφορα άλλα είδη ιστών. Σπανιότατα, υπάρχει ενδεχόμενο να βρεθούν και κακοήθη κύτταρα στο περιεχόμενό τους, γι’ αυτό η ιστολογική εξέταση έχει μεγάλη σημασία.

Η αφαίρεσή τους με laser λαπαροσκοπική χειρουργική πλεονεκτεί της λαπαροτομίας διότι παραμένει ανέπαφος σχεδόν ολόκληρος ο υγιής ωοθηκικός ιστός. Μερικές φορές η αποκόλληση της κύστης είναι δύσκολη οπότε απαιτείται μεγάλη εμπειρία από την χειρουργική ομάδα. Η αφαίρεση της κύστης από την κοιλιά γίνεται με τοποθέτηση της σε ειδικό ενδοσκοπικό σάκο.

Παραωοθηκικές κύστεις

Παραωοθηκική κύστη σε διαδικασία αφαίρεσης με laser λαπαροσκοπική χειρουργική.

Οι παραωοθηκικές κύστεις αναπτύσσονται στο μεσοσαλπίγγιο (ανάμεσα στη σάλπιγγα και την ωοθήκη) και παριστούν εμβρυϊκά υπολείμματα των πόρων του Wolff και του Gartner (δομές ομόλογες του σπερματικού πόρου στον άνδρα). Αποτελούν οργανικές καλοήθεις κύστεις και πρέπει να διαφοροδιαγνώσκονται από τις παρασαλπιγγικές κύστεις.

Σημειώνεται η ιδιαίτερη προσοχή που πρέπει να δοθεί στις παραωοθηκικές κύστεις σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας για αποφυγή τραυματισμού της σάλπιγγας, η οποία είναι επιμηκυσμένη και μερικές φορές δυσδιάκριτη στην επιφάνεια της κύστης.

Η laser λαπαροσκοπική χειρουργική αποτελεί την ιδανική λύση για τη αφαίρεση αυτών των κύστεων.

Παρασαλπιγγικές κύστεις

Κυστική εκφύλιση των κροσσών (λαπαροσκοπική εικόνα).

Οι κύστεις αυτές είναι συνεχόμενες των σαλπίγγων, εντοπίζονται συνήθως στο κωδωνικό τμήμα της σάλπιγγας και παριστούν κυστικές εκφυλίσεις κροσσών και υδατίδες κύστεις του Morgani.

Οι κύστεις αυτές δεν αποτελούν ένδειξη χειρουργικής επέμβασης. Αντιμετωπίζονται λαπαροσκοπικά μόνον τα τυχαία ευρήματα κατά τη διάρκεια διαγνωστικής ή επεμβατικής λαπαροσκόπησης που διενεργείται με αφορμή άλλη ένδειξη.

Λειτουργικές κύστεις

Οι λειτουργικές κύστεις των ωοθηκών αντιμετωπίζονται συντηρητικά, εκτός από τις επιπλοκές τους, που είναι η συστροφή, η ρήξη και η αιμορραγία οι οποίες αντιμετωπίζονται λαπαροσκοπικά. Με τον όρο λειτουργικές κύστεις των ωοθηκών εννοούμε τις κύστεις του ωοθυλακίου και τις κύστεις του ωχρού σωματίου.

Κύστεις του ωοθυλακίου

Οι κύστεις του ωοθυλακίου εμφανίζονται συχνά στη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας και είναι αποτέλεσμα αδυναμίας ρήξης του γρααφιανού ωοθυλακίου σε περιπτώσεις ανωοθυλακιορρηξίας. Η διάμετρός τους κυμαίνεται από 4-10 cm. Συνήθως απορροφώνται αυτόματα μετά από 2-3 γεννητικούς κύκλους, ή ρήγνυνται και σπάνια επιμένουν. Η χορήγηση αντισυλληπτικών δισκίων ή σκευασμάτων προγεστερόνης μπορεί να βοηθήσει στην εξαφάνισή τους. Σε νεαρές γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας το περιεχόμενο των κύστεων είναι δυνατόν να αναρροφηθεί με διακολπική, υπερηχογραφικώς κατευθυνόμενη παρακέντηση, και να αποσταλεί για κυτταρολογική εξέταση. Βεβαίως, λαμβάνονται υπ’ όψιν κριτήρια για τον αποκλεισμό κακοήθειας (υπερηχογραφικά κριτήρια αιμάτωσης με έγχρωμο διακολπικό υπερηχογράφημα Doppler και δείκτες όπως ο CA-125). Γενικώς όμως, κανένα από τα κριτήρια αυτά δεν εξασφαλίζει απολύτως τον λειτουργικό και καλοήθη ιστολογικό χαρακτήρα των κύστεων.

Κύστεις του ωχρού σωματίου

Δημιουργούνται μετά την ωοθυλακιορρηξία και παριστούν κυστική μετατροπή του ωχρού σωματίου. Συνήθως δεν προκαλούν συμπτώματα ή μπορεί να εμφανίζουν εικόνα επίμονου ωχρού σωματίου και υποχωρούν επίσης αυτόματα.

Είναι αγνώστου αιτιολογίας και όταν είναι πολλαπλές παρατηρούνται μετά χορήγηση ωοθυλακιορρηκτικών φαρμάκων. Είναι συχνότερες σε γυναίκες με ανεξήγητη υπογονιμότητα και υψηλές τιμές FSH την 3η ημέρα του κύκλου. Η διάγνωση γίνεται κυρίως με το υπερηχογράφημα, τους ορμονικούς προσδιορισμούς και την κλινική εξέταση. Σε σπάνιες περιπτώσεις ρήξης της κύστης, όταν αυτή είναι αιμορραγική, τα συμπτώματα προέρχονται από τη μεγάλη ενδοκοιλιακή αιμορραγία και ομοιάζουν με αυτά της εξωμητρίου κυήσεως. Η κατάσταση αντιμετωπίζεται κυρίως λαπαροσκοπικά.

Σύνδρομο ωχρινοποιημένου άρρηκτου ωοθυλακίου

Πρόκειται για διαταραχή του ωοθυλακίου και όχι του ωχρού σωματίου. Κατ’ αυτήν το ωοθυλάκιο μπορεί να ωχρινοποιείται και να διαφοροποιείται σε ωχρό σωμάτιο (εκκρίνοντας προγεστερόνη) χωρίς να ρήγνυται και χωρίς να επιτρέπει στο ωοκύτταρο να απελευθερωθεί. Το σύνδρομο του ωχρινοποιημένου άρρηκτου ωοθυλακίου μπορεί να συμβεί περιστασιακά, αλλά δεν είναι σαφές το κατά πόσον αποτελεί μείζον αίτιο υπογονιμότητας.

Επίμονο ωχρό σωμάτιο

Αποτελεί παράταση της ζωής του ωχρού σωματίου. Το ωχρό σωμάτιο δεν υποχωρεί μετά από 14 περίπου ημέρες από την ημέρα της ωοθυλακιορρηξίας, παρ’ όλο που δεν έχει επιτευχθεί κύηση. Η παύση της λειτουργίας του ωχρού σωματίου είναι γνωστή ως ωχρινόλυση. Τα αίτια της ωχρινόλυσης είναι πολλά, παρ’ όλα αυτά όμως ο μηχανισμός της παραμένει αδιευκρίνιστος. Το επίμονο ωχρό σωμάτιο προκαλεί ποικίλης χρονικής διάρκειας παράταση της εκκριτικής φάσης του κύκλου. Κλινικώς, η κατάσταση εμφανίζεται με αμηνόρροια. Η συνεχώς παραγόμενη προγεστερόνη συντηρεί το ενδομήτριο σε εκκριτική φάση. Η διάγνωση γίνεται από το ιστορικό και με τη βοήθεια υπερηχογραφήματος. Το επίμονο ωχρό σωμάτιο προκαλεί διαταραχή του κύκλου, αλλά δεν αποτελεί μείζον αίτιο υπογονιμότητας.