Ωχρινικές διαταραχές

Οι διαταραχές αυτές αφορούν την περίοδο μετά τη ρήξη του ωοθυλακίου (ωοθυλακιορρηξία) που αποτελεί τη δεύτερη φάση του γεννητικού κύκλου και ονομάζουμε ωχρινική. Οι κυριότερες ωχρινικές διαταραχές είναι:

Ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης
Πρόκειται για δυσλειτουργία του ωχρού σωματίου, το οποίο παράγει ανεπαρκή ποσότητα προγεστερόνης με αποτέλεσμα την βραχεία διάρκεια της εκκριτικής φάσης του κύκλου. Περίπου 3% έως 4% των υπογόνιμων γυναικών εμφανίζουν ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης, ενώ το ποσοστό είναι υψηλότερο σε γυναίκες με επανειλημμένες αποβολές. Η συχνότητα αυξάνει σε γυναίκες ηλικίας μεγαλύτερης των 35 ετών.

Η ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκή ανάπτυξη του ωοθυλακίου υπό την επίδραση των γοναδοτροπινών, ή σε ασαφές κύμα της LH που τελικώς προκαλεί ανεπαρκή παραγωγή προγεστερόνης από τα κοκκιώδη κύτταρα. Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί επίσης να οδηγήσει σε ανώμαλη ωχρινική φάση. Έτσι, επίπεδα προλακτίνης μεγαλύτερα των 40 ng/ml μπορεί να ευθύνονται, ως έναν βαθμό, για τη δυσλειτουργία του ωχρού σωματίου. Η ανεπάρκεια της ωχρινικής φάσης μπορεί επίσης να είναι συνέπεια συστηματικών παθήσεων, αυξημένης σωματικής άσκησης, χορήγησης φαρμάκων κ.λπ.

Κλινική υποψία για ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης εγείρουν τα παρακάτω σημεία:

  • Ωχρινική φάση διάρκειας μικρότερης των 11 ημερών, τεκμηριωμένη με θερμομετρικό διάγραμμα και με φυσιολογικά επίπεδα προγεστερόνης στο μέσον της.
  • Ωχρινική φάση κανονικής διάρκειας (14±2 ημέρες), με χαμηλά επίπεδα προγεστερόνης στο μέσον της.
  • Επίπεδα προγεστερόνης μεγαλύτερα των 5 ng/ml και μικρότερα των 10 ng/ml στο μέσον της ωχρινικής φάσης (6-8 ημέρες πριν την έμμηνο ρύση).
  • Ανεξήγητη υπογονιμότητα, ή ιστορικό καθ' έξιν αποβολών.

Δεδομένου ότι τα επίπεδα της προγεστερόνης ποικίλλουν από κύκλο σε κύκλο, χρειάζονται δύο συνεχόμενα επίπεδα προγεστερόνης για τη διάγνωση. Επίπεδα προγεστερόνης >10 ng/ml, αλλά <20 ng/ml πιστοποιούν ωοθυλακιορρηξία. Επίπεδα προγεστερόνης μεγαλύτερα των 20 ng/ml πιστοποιούν επαρκή ωχρινική λειτουργία.

Η διάγνωση τεκμηριώνεται με βιοψία ενδομητρίου 1-3 ημέρες πριν την περίοδο. Όταν η ανάπτυξη του ενδομητρίου υπολείπεται περισσότερο από 2 ημέρες, τότε υπάρχει ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης. Σπάνια αναφέρεται έλλειψη υποδοχέων προγεστερόνης στο ενδομήτριο. Γενικώς ως αποτέλεσμα προκύπτει η ελλιπής ανάπτυξη του ενδομητρίου.

Η ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης παραμένει αμφισβητούμενη στον φυσικό κύκλο, δεδομένου ότι είχαν παρατηρηθεί επιτυχείς κυήσεις παρά τη διάγνωση. Η υποστήριξη της ωχρινικής φάσης με φαρμακευτική προγεστερόνη είναι συνήθως απαραίτητη όταν χρησιμοποιούνται ανάλογα της GnRH και γοναδοτροπίνες για πρόκληση πολλαπλής ανάπτυξης ωοθυλακίων.

Δείτε ακόμη: Γιατί χορηγούμε φάρμακα στην εξωσωματική

Κύστεις ωχρού σωματίου
Δημιουργούνται μετά την ωοθυλακιορρηξία και παριστούν κυστική μετατροπή του ωχρού σωματίου. Συνήθως δεν προκαλούν συμπτώματα ή μπορεί να εμφανίζουν εικόνα επίμονου ωχρού σωματίου και υποχωρούν επίσης αυτόματα.

Είναι αγνώστου αιτιολογίας και όταν είναι πολλαπλές παρατηρούνται μετά από τη χορήγηση ωοθυλακιορρηκτικών φαρμάκων. Είναι συχνότερες σε γυναίκες με ανεξήγητη υπογονιμότητα και υψηλές τιμές FSH την 3η ημέρα του κύκλου. Η διάγνωση γίνεται κυρίως με το υπερηχογράφημα, τους ορμονικούς προσδιορισμούς και την κλινική εξέταση. Σε σπάνιες περιπτώσεις ρήξης της κύστης, όταν αυτή είναι αιμορραγική, τα συμπτώματα προέρχονται από τη μεγάλη ενδοκοιλιακή αιμορραγία και ομοιάζουν με αυτά της εξωμητρίου κυήσεως. Η κατάσταση αντιμετωπίζεται κυρίως λαπαροσκοπικά.

Σύνδρομο ωχρινοποιημένου άρρηκτου ωοθυλακίου (L.U.F.)
Πρόκειται για διαταραχή του ωοθυλακίου και όχι του ωχρού σωματίου. Κατ' αυτήν το ωοθυλάκιο μπορεί να ωχρινοποιείται και να διαφοροποιείται σε ωχρό σωμάτιο (εκκρίνοντας προγεστερόνη) χωρίς να ρήγνυται και χωρίς να επιτρέπει στο ωάριο να απελευθερωθεί. Το σύνδρομο του ωχρινοποιημένου άρρηκτου ωοθυλακίου μπορεί να συμβεί περιστασιακά, αλλά δεν είναι σαφές το κατά πόσον αποτελεί μείζον αίτιο υπογονιμότητας.

Επίμονο ωχρό σωμάτιο
Αποτελεί παράταση της ζωής του ωχρού σωματίου. Το ωχρό σωμάτιο δεν υποχωρεί μετά από 14 περίπου ημέρες από την ημέρα της ωοθυλακιορρηξίας, παρ' όλο που δεν έχει επιτευχθεί κύηση. Η παύση της λειτουργίας του ωχρού σωματίου είναι γνωστή ως ωχρινόλυση. Τα αίτια της ωχρινόλυσης είναι πολλά, παρ' όλα αυτά όμως ο μηχανισμός της παραμένει αδιευκρίνιστος. Το επίμονο ωχρό σωμάτιο προκαλεί ποικίλης χρονικής διάρκειας παράταση της εκκριτικής φάσης του κύκλου. Κλινικώς, η κατάσταση εμφανίζεται με αμηνόρροια. Η συνεχώς παραγόμενη προγεστερόνη συντηρεί το ενδομήτριο σε εκκριτική φάση. Η διάγνωση γίνεται από το ιστορικό και με τη βοήθεια υπερηχογραφήματος. Το επίμονο ωχρό σωμάτιο προκαλεί διαταραχή του κύκλου, αλλά δεν αποτελεί μείζον αίτιο υπογονιμότητας.

Δείτε ακόμη: Κύστεις ωοθηκών