Αντιμυλλέριος ορμόνη (antimullerian hormone – AMH)

Η ΑΜΗ είναι μια διμερής γλυκοπρωτεΐνη και ανήκει στην οικογένεια των αυξητικών παραγόντων TGF-β. Στον άνδρα, παράγεται από τα κύτταρα Sertoli των όρχεων και η κύρια δράση της είναι η υποστροφή του πόρου του Muller στα άρρενα έμβρυα κατά τη φυλετική διαφοροποίηση, την 8η-10η εβδομάδα της εμβρυϊκής ζωής.

Στη γυναίκα, η ΑΜΗ παράγεται από τα μικρά ωοθυλάκια (<6 mm), των ωοθηκών. Η παραγωγή της ΑΜΗ μειώνεται προοδευτικά με την αύξηση της διαμέτρου του ωοθυλακίου και είναι πρακτικά μη ανιχνεύσιμη σε ωοθυλάκια >8 mm.

Μεγάλος αριθμός μελετών προτείνουν ότι η ΑΜΗ αντανακλά σε μεγάλο βαθμό το συνολικό αριθμό των ωοθυλακίων που απομένουν στις ωοθήκες, δηλαδή είναι ένας ισχυρός δείκτης των ωοθηκικών εφεδρειών, και προγνωστικός παράγοντας της απόκρισης των ωοθηκών σε επικείμενη προσπάθεια εξωσωματικής. Υποστηρίζεται από ερευνητές ότι η μέτρηση της ΑΜΗ είναι εξίσου αξιόπιστη με την υπερηχογραφική μέτρηση των καταβολών ωοθυλακίων, η οποία αποτελεί τον κατεξοχήν προγνωστικό δείκτη των ωοθηκικών εφεδρειών. Τα επίπεδα της ΑΜΗ μειώνονται με την πάροδο της ηλικίας της γυναίκας και τη μείωση των ωοθηκικών αποθεμάτων, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται και ο αριθμός των αναπτυσσόμενων ωοθυλακίων που είναι ορατά στον υπέρηχο. Αντίθετα, σε περιπτώσεις μεγάλου αριθμού ωοθυλακίων, όπως σε γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες, τα επίπεδα της ΑΜΗ είναι υπερβολικά αυξημένα.

Έχει προταθεί επίσης ότι τα επίπεδα της ΑΜΗ στο αίμα αποτελούν προγνωστικό παράγοντα για τις πιθανότητες επιτυχίας ενός επακόλουθου κύκλου εξωσωματικής γονιμοποίησης, αν και οι απόψεις διίστανται.

Οι φυσιολογικές τιμές της ΑΜΗ ποικίλλουν και εξαρτώνται από τη μέθοδο και από το εργαστήριο όπου διενεργήθηκε η μέτρηση. Με βάση τη βιβλιογραφία και τη δική μας εμπειρία, η κατηγοριοποίηση των τιμών ΑΜΗ έχει ως εξής:

Τιμή AMH Ερμηνεία
> 3.0 ng/ml Υψηλά επίπεδα (συνήθως σε πολυκυστικού τύπου ωοθήκες)
> 1.0 ng/ml Φυσιολογικά
0.7 – 0.9 ng/ml Κατώτερα φυσιολογικά
0.3 – 0.6 ng/ml Χαμηλά επίπεδα
< 0.3 ng/ml Πολύ χαμηλά επίπεδα

Στην Ευγονία, παρακολουθώντας τις επιστημονικές εξελίξεις, χρησιμοποιούμε τη μέτρηση της ΑΜΗ, σε συνδυασμό με την υπερηχογραφική εκτίμηση των ωοθηκών (αριθμός καταβολών και όγκος ωοθηκών) και τα επίπεδα της FSH και οιστραδιόλης, για τον προσδιορισμό των ωοθηκικών εφεδρειών και επιλογή του βέλτιστου πρωτοκόλλου διέγερσης.