Γονιδιωματικός συγκριτικός υβριδισμός

CGH (Γονιδιωµατικός συγκριτικός υβριδισµός (comparative genomic hybridization)

Είναι µία νέα µέθοδος  προεµφυτευτικού ελέγχου που επιτρέπει των έλεγχο ολόκληρου του γονιδιώµατος και µπορεί να δώσει ακριβέστερα αποτελέσµατα για την αληθή χρωµοσωµική σύσταση ενός εµβρύου.

Η τεχνική µπορεί να εφαρµοστεί στο στάδιο, είτε του αγονιµοποίητου ώριµου ωαρίου (βιοψία 1ου πολικού σωµατίου), του ζυγώτη (βιοψία 1ου-2ου πολικού σωµατίου), του εµβρύου 3ης ηµέρας (βιοψία βλαστοµεριδίου), ή της βλαστοκύστης (βιοψία τροφοβλάστης).

Η τεχνική CGH δίνει τη δυνατότητα ελέγχου όλων των χρωµοσωµάτων, σε αντίθεση µε την, µέχρι πρόσφατα χρησιµοποιούµενη, τεχνική FISH, η οποία εξετάζει µόνο τα χρωµοσώµατα Χ, Υ, 13, 16, 18, 21 και 22.

Η τεχνική CGH αποκάλυψε ότι το 20 - 30% των ωαρίων είναι ανευπλοειδικά σε ηλικίες από 20 - 30 ετών, ενώ για γυναίκες µεγαλύτερες των 40 ετών τα ποσοστά ανευπλοειδικών ωαρίων κυµαίνονται από 50-80%.

Στο στάδιο της αυλάκωσης µόνο το 25% των εµβρύων αποτελούνται αµιγώς από ευπλοειδικά κύτταρα. Συµπερασµατικά, ο προεµφυτευτικός έλεγχος (PGS) µε array-CGH αποτελεί µια σηµαντική εξέλιξη της µοριακής γενετικής. Η τεχνική αυτή µπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των ποσοστών κύησης αφού εντοπίζει µε µεγαλύτερη ακρίβεια χρωµοσωµικές ανωµαλίες, και οδηγεί στη µεταφορά υγιών εµβρύων.